Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ. ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΡΙΝΗΣ
ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ. ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Ματθ. 6, 14-21)
1.         Μόνιμες ἀποκριές

Σήμερα εἶναι ἡ Κυριακή τῆς Τυροφάγου. Ἀπό αὔριο ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προετοιμασία πνευματική, γιά τήν ἑορτή τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως καί εὐκαιρία γιά νά καθαρίσει κανείς τόν ἑαυτό του ἀπό τόν ρύπο τῶν ἁμαρτιῶν.
Ὅπως φροντίζομε νά καθαρίζομε τό σῶμα μας καί τά ροῦχα μας μέ τό πλύσιμο, ἔτσι πρέπει νά φροντίζομε νά καθαρίζομε καί τήν ψυχή μας, μέ ἕνα πνευματικό λούσιμο, ἀπό τόν ὁποιοδήποτε ρύπο τῆς ἁμαρτίας.
Ἡ περασμένη Κυριακή καί ἡ σημερινή, εἶναι Κυριακές πού ἔχομε ἀπόκριες. Ἀπόκριες βέβαια στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα σημαίνει ὅτι τρῶμε γιά τελευταία φορά καταλύσιμα φαγητά καί εἰδικά γιά σήμερα, ψάρια καί τυριά. Ἀπό αὔριο ἔχομε τήν νηστεία καί τήν περισσότερη προσευχή.
Ἐμεῖς ὅμως τίς Ἀπόκριες κάνομε καί κάτι ἄλλα. Φορᾶμε διάφορες μάσκες, ντυνόμαστε καί διαφορετικά καί ἔτσι ἀστειευόμαστε μεταξύ μας. Πειράζομε καί κοροϊδεύομε τόν κόσμο, κάνομε ἀστεῖα σοβαρότερα ἤ σαχλότερα καλυπτόμενοι κάτω ἀπό τό προσωπεῖο πού φορᾶμε. Καί ὁ ἄλλος ψάχνει νά δεῖ ποιός ἦταν αὐτός πού τόν κορόιδευσε καί δέν μπορεῖ νά τό βρεῖ εὔκολα, ὅταν μάλιστα ὁ μεταμφιεσμένος παραποιεῖ ἔξυπνα τήν φωνή του.
Εἶναι ἔθιμο, νά γίνονται τέτοιου εἴδους μασκαρέματα τίς ἡμέρες αὐτές. Ἀλλά τό μεγαλύτερο κακό εἶναι ὅτι κάποιοι ἄνθρωποι, ἔχουν μασκαρέματα καί ἀπόκριες ὅλο τόν χρόνο.
Πῶς γίνεται αὐτό ἀδελφοί μου; Νά ποῦμε ἕνα παράδειγμα. Τό πιό συνηθισμένο. Μερικές γυναῖκες βάφονται. Βάφουν τά χείλη. Βάφουν τά μάτια τους, βάφουν τά φρύδια γύρω-γύρω ἐδῶ. Ἐκεῖνες βέβαια πού τά κάνουν. Δέν τά κάνουν ὅλες. Γιατί εἶναι πολλές καί νεαρές κοπέλες ἅγιες γυναῖκες.
Ἄλλες βάφουν τά μαλλιά τους. Εἶναι ὀγδόντα χρονῶν καί δέν ἔχουν ἄσπρη τρίχα. Ὄχι γιατί δέν ἔγινε καμία τρίχα ἄσπρη. Ἀλλά γιατί δέν τήν ἄφησε ποτέ νά ἀσπρίσει, βάφοντας καί ξαναβάφοντας συνεχῶς τά μαλλιά τους.
Λέγει ἕνας σοφός ἄνθρωπος: «Μᾶς ἀρέσουν τά ψέματα. Καί γι' αὐτό μᾶς τά λέγουν». Μᾶς ἀρέσει νά μᾶς λένε οἱ ἄνθρωποι εὐχάριστα λόγια, κολακεῖες. Καί γι' αὐτό μᾶς τίς λένε. Μᾶς ἀρέσει νά μᾶς κοροϊδεύουνε καί γι' αὐτό μᾶς κοροϊδεύουν· καί καμιά φορά μέ ἄσχημες κοροϊδίες.
Ἕνας ἄλλος λέει: «Ξέρετε τί κακό πάθαμε; Μᾶς ἀρέσει, μᾶς ἀρέσει ν’ ἀκοῦμε ψεύτικα λόγια. Καί τά συνηθίσαμε τόσο πολύ, ὥστε τήν μάσκα πού φοροῦμε, ἀκούγοντας ψεύτικα λόγια, τήν θεωροῦμε πραγματικό μας πρόσωπο. Καί δέν μποροῦμε πιά νά ξεχωρίσουμε, οὔτε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός ἑαυτός μας καί ποιό εἶναι τό μασκάρεμά μας μέ ἕνα προσωπεῖο, πού τό «ντυνόμαστε» καί προσπαθοῦμε νά φερνόμαστε σύμφωνα μέ τά λόγια πού μᾶς ἀρέσει νά ἀκοῦμε. Καί πού ὅταν μᾶς τά λένε, τρίβομε τό στῆθος μας καί λέμε, τί ὡραῖα, τί καλά».
2. Οἱ πνευματικές μάσκες
Τό σωστό εἶναι ὁ ἄνθρωπος νά προσπαθεῖ καί νά θέλει νά εἶναι ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ του πρῶτα, σωστός καί εἰλικρινής. Νά ἀγαπάει γιά τόν ἑαυτό του τήν ἀλήθεια καί νά θέλει νά ξέρει γιά τόν ἑαυτό του τήν ἀλήθεια. Καί τό δεύτερο εἶναι, νά θέλει νά ἀκούει καί ἀπό τούς ἄλλους τήν ἀλήθεια. Ὄχι ψεύτικα λόγια.
Γιατί ἀδελφοί μου;
Ὅταν ἀκοῦμε τήν ἀλήθεια ἔχομε πρῶτα ἀπ'  ὅλα σωστή εἰκόνα γιά τόν ἑαυτό μας. Δέν ἔχομε μάσκα, προσωπεῖο. Καί δεύτερο. Ἄν εἶναι ἡ ἀλήθεια λιγάκι δυσάρεστη, νά φροντίσομε νά διορθωθοῦμε καί νά γίνομε καλύτεροι.
Ξέρετε πιό εἶναι τό πιό εὐχάριστο πράγμα στόν ἄνθρωπο; Εἶναι ὁ καθρέφτης. Εἴτε εἴμαστε μικρά παιδιά, εἴτε εἴμαστε, πολύ περισσότερο, νέοι καί κοπέλες. Εἴτε ἔχομε μεγαλώσει ἀκόμα, ὁ καθρέφτης μᾶς ἀρέσει. Θέλομε νά κοιτάζομε τόν ἑαυτό μας καί νά βλέπομε τό πρόσωπό μας. Μᾶς ἀρέσει νά βλέπομε τό πρόσωπό μας, τόν ἑαυτό μας, ὡραῖο. Καί προπαντός, ἀκόμη περισσότερο, μᾶς ἀρέσει νά βλέπομε τό πρόσωπό μας νά ἔχει κάποια καλωσύνη. Κάποια γλύκα. Τά μάτια μας νά εἶναι καθαρά. Γιατί μᾶς ἀρέσει νά εἶναι ὁ ἑαυτός μας καλός. Περισσότερο ἀπό ὄμορφος ἐξωτερικά, μᾶς ἀρέσει νά εἶναι ὁ ἑαυτός μας καλός.
Καί γι' αὐτό, εὐχαριστιόμαστε ὅταν μᾶς ποῦνε, ὀμοφρόπαιδα καί  ὀμορφοκοπέλες. Ἀλλά ὅταν ἀκούσομε τή λέξη «καλός», εὐχαριστιόμαστε πολύ περισσότερο. Γιατί ἔτσι μᾶς ἔχει φτειάξει ὁ Θεός. Ἡ μέσα καλωσύνη, νά μᾶς εἶναι πιό εὐχάριστη καί πολύ πιό ποθητή ἀπό τήν ἔξω καλωσύνη, τήν ὀμορφιά καί τήν λεβεντιά.
Τί κρίμα ὅμως! Ἐπειδή μᾶς εἶναι πολύ δυσάρεστο νά βλέπομε τόν ἑαυτό μας ἄσχημο ἐσωτερικά, καταντᾶμε νά φορᾶμε ἕνα πνευματικό προσωπεῖο καί νά ὑποκρινόμαστε. Νά παρουσιάζομε τόν ἑαυτό μας διαφορετικό. Ἐπί παραδείγματι:
Κάνω ἐνῶ σωρό ἁμαρτίες. Ἀλλά ὅταν μέ ρωτήσουν τίποτε ἀπαντῶ, «Ἐγώ δέν ξέρω τίποτε. Ἄ, μπᾶ. Τί εἶναι αὐτά τά πράγματα πού κάνει ἐκεῖνος ἐκεῖ. Αὐτά εἶναι ἀπαράδεκτα». Μά τά ἴδια κάνεις!
Φοράω λοιπόν τό προσωπεῖο, τῆς ἀρετῆς. Πηγαίνω καί ἐγώ στήν Ἐκκλησία καί στέκομαι -ὅπως πρέπει νά γίνεται- μέ εὐλάβεια. Θά πεῖς «κακό εἶναι;» Ἀντιθέτως εἶναι πολύ καλό! Ὅπως καί πολύ καλό εἶναι νά στιγματίζομε τό κακό. Ἀλλά ὄχι μέ τή σκέψη ὅτι θά τό συνεχίσω. Ἀλλά μέ τήν σκέψη ὅτι ἀπό τώρα καί πέρα τό διορθώνω. Γιατί ὅταν φορῶ τό προσωπεῖο γιά νά σκεπάσω τήν ἁμαρτία μου, τό κακό μου, καί νά τό συνεχίσω, τότε εἶμαι, μέ τό συμπάθειο, μασκαράς.
Ἀλλά οἱ μάσκες κάποια ὥρα θά πέσουν.
3. Κάποτε θά πέσουν
Τί ἀκούσαμε τήν περασμένη Κυριακή; Θά ἔλθη ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου καί «θά καθήσει ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ». Καί θά μαζευτοῦν ἔμπροσθέν του ὅλα τά ἔθνη. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἀδάμ μέχρι καί τήν δευτέρα Παρουσία. Καί τότε θά ξεχωρίσει καλούς καί κακούς, μέ τήν εὐκολία πού ξεχωρίζει ὁ τσοπάνης τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια. Δηλαδή τί σημαίνει αὐτό;
Δέν θά μπορέσομε νά τοῦ παραστήσομε τόν καλό. Δέν θά γελαστεῖ ἀπό τό τί θά ποῦμε γιά τόν ἑαυτό μας.
Ὅταν στίς συναλλαγές μας, μιλᾶμε γιά τόν ἑαυτό μας ἰσχύει:
-Τί εἶσαι στό ρωμέικο;
-Ὁ καθένας ὅτι δηλώσει εἶναι.
Τότε, δέν θά ἰσχύει αὐτό πού θά δηλώσεις. Θά πέσουν οἱ μάσκες.
Καί τί θά γίνει;
Κάποια φορά ἦταν ἕνας πλανόδιος, ἀπό ἐκείνους πού τούς λέμε ἀρκουδιάρηδες. Αὐτός εἶχε μία μαϊμοῦ, πού τήν εἶχε ἐκπαιδεύσει καί τήν ἔντυνε σάν μία ὡραία κοπέλα. Τῆς ἔβαζε καί μία μάσκα καί κείνη χόρευε. Ἔκανε ὡραῖα τσαλιμάκια, γελοῦσε ὁ κόσμος καί ὁ πλανόδιος μάζευε λεφτά.
Ἐνῶ λοιπόν εἶχε βάλει τήν μαϊμοῦ σέ μία ἐξέδρα καί ἐχόρευε ὁ κόσμος εἶχε μπερδευτεῖ. Τήν νόμιζαν γιά κοπέλα καί ὄχι γιά μαϊμοῦ. «Εἶναι ποτέ δυνατόν μαϊμοῦ νά χορεύει τόσο ὡραῖα;» Τόσο πολύ τούς γοήτευε. Ὁπότε ἕνας τί ἔκανε; Πέταξε κοντά της μερικά καρύδια. Ἡ μαϊμοῦ τρελλαίνεται γιά καρύδια. Γι' αὐτό ὅταν τά εἶδε, ξέχασε τόν χορό, ὅρμησε καί τά ἅρπαξε.
Ἀλλά μέ τή μάσκα πού φοροῦσε καί φαινόταν ὀμορφοκόριτσο, πῶς νά τά φάει; Τῆς δίνει λοιπόν ἕνα τράβηγμα καί τήν πέταξε. Καί φάνηκε ποιά εἶναι.
Γέλασε ὁ κόσμος μέ τήν καρδιά του.
Ἔτσι θά γελάσουν μέ τήν καρδιά τους οἱ ἄνθρωποι καί οἱ ἄγγελοι γιά μερικούς, πού θά πέσει ἡ μάσκα τους τήν ἡμέρα τήν φοβερά τῆς δευτέρας Παρουσίας. Ἀλλά καί τώρα πέφτει μερικές φορές ἡ μάσκα, ὅταν βλέπεις ἕναν ἄνθρωπο, νά τρελλαίνεται ἀπό κάποιο πάθος καί νά μήν συγκρατιέται μέ τίποτε. Ποῦ νά μπορέσει νά συγκρατηθεῖ τό ταλαίπωρο τό παιδί ἤ ὁ ταλαίπωρος ὁ γέρος, ἀπό ἐκεῖνα πού λαχταράει καί τά εἶδε μπροστά του καί χάνει τόν ἑαυτό του. Τότε, πέφτει ἡ μάσκα.
Ὁ σκοπός εἶναι, νά μήν πέσει ἡ μάσκα μέ ἐξευτελισμό δικό μας, καί μάλιστα ἐνώπιον τῶν ἁγίων καί τῶν ἀγγέλων καί τό χειρότερο ἀπ' ὅλα, ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τῆς δόξης, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος καί σταυρώθηκε γιά μᾶς. Γιά ἕνα καί μοναδικό σκοπό: Νά μᾶς φρονηματίσει. Νά μᾶς συνετίσει. Νά μᾶς καλέσει σέ μετάνοια. Νά μᾶς φωτίσει νά διορθωθοῦμε ἀπό μόνοι μας. Γιά νά γίνει ἡ διόρθωσή μας, τό ξεμασκάρεμά μας, ὄχι ἐξευτελισμός, ἀλλά τιμή καί δόξα.
Ὑπάρχει μεγαλύτερη τιμή καί δόξα γιά ἕναν ἄνθρωπο, νά κουβεντιάζουν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι καί νά λένε: «Εἶχε μερικά ἐλαττώματα κι αὐτός, ὅπως ὅλοι μας. Ἀλλά, ὑπάρχει ἕνα «ἀλλά».
Τί «ἀλλά» εἶναι αὐτό;
«Διορθώθηκε. Καί πῶς διορθώθηκε. Δέν μπορεῖς νά φανταστεῖς, τί ἄνθρωπος εἶναι αὐτός. Ἔκανε ἀγώνα παιδάκι μου, πολύ ἀγώνα. Νήστευσε, προσευχήθηκε, πάλαιψε. Ὅτι καί νά τοὔλεγες, πίσω δέν ἔκανε. Λεβεντιά πνευματική εἶναι. Γενναιότητα, φρόνημα. Σταθερότητα παιδί μου. Θέληση».
Ἔτσι μιλᾶνε οἱ πεπειραμένοι ἄνθρωποι, γιά νά περιγράψουν τήν καλωσύνη καί τήν ἀρετή τοῦ ἀνθρώπου πού ἀγωνίστηκε καί νίκησε τό ὁποιοδήποτε λάθος καί τό ὁποιοδήποτε πάθος.
Αὐτό εἶναι τό ζητούμενο.
4. Ἡ δεκτή νηστεία
Μᾶς εἶπε ὁ Κύριος στό Εὐαγγέλιο πού διαβάσαμε:
Πρῶτα ἀπ'  ὅλα, πρέπει νά συγχωρᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Ὅποιος συγχωρέσει ἐκεῖνον πού τοὔκανε κακό, θά τόν συγχωρήσει καί ὁ Πατέρας μας ὁ ἐπουράνιος. Καί μετά;
Προσέξετε λέει. Εἶναι Σαρακοστή; Νά νηστεύετε. Ἀλλά νά μήν νηστεύετε ὅπως κάνουν οἱ ὑποκριτές. Γιά νά φανοῦν στούς ἄλλους ὅτι εἶναι καλοί καί ὅτι νηστεύουν. Ἐσεῖς νά μήν νηστεύετε γιά νά σᾶς δοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ἀλλά νά νηστεύετε, γιά νά σᾶς δεῖ ὁ Πατέρας σας ὁ ἐπουράνιος. Καί αὐτός, ὁ Πατέρας σας ὁ ἐπουράνιος, καί μέσα στό σπίτι νά νηστεύετε, κρυφά, σᾶς βλέπει. Δέν χρειάζεται ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων. Τό ζητούμενο εἶναι νά ἔχομε τόν ἔπαινο τοῦ Θεοῦ.
Μή τολμήσετε νά ἐπιτρέψετε ποτέ στόν ἑαυτό σας, ἔξω στούς ἀνθρώπους νά προσποιηθεῖτε εὐσέβεια, ὅτι νηστεύετε, καί στό σπίτι σας κρυφά νά τρῶτε.
Γιά τόν Θεό νά νηστεύετε, ὄχι γιά τούς ἀνθρώπους, ὄχι γιά τό τί θά ποῦν οἱ ἄνθρωποι. Ἀλλά γιά τό τί θά πεῖ ὁ Πατέρας σας ὁ ἐπουράνιος.
Εἶπε ἀκόμη ὁ Χριστός: «Ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ εἶναι καί ἡ καρδιά σας». Προσέξτε! Μή κάνετε θησαυρό, τήν γνώμη καί τήν κρίση τοῦ κόσμου. Τήν ἐπίγεια ἐπιτυχία.
Νά κάνετε θησαυρό σας, τήν ἐπουράνια ἐπιτυχία. Γιατί;
Τί σημασία ἔχει νά πᾶς κάπου καί νά σέ περάσουν γιά σπουδαῖο, νά σοῦ κάνουν μιά ὑπόκλιση, νά σοῦ ποῦν, «τά σέβη μας», ἀλλά ἐσύ νά εἶσαι ἕνα ταλαίπωρο πλασματάκι; Πού δέν θά κερδίσεις ἀπολύτως τίποτε; Φτωχός ἤσουνα καί φτωχότερος θά μείνεις. Τί σημασία ἔχει; Σημασία ἔχει μόνο ἡ ἀλήθεια.
5. Ὁ βασιλιάς πού ἔγινε μασκαράς
Κάποια φορά, πῆγε στόν ἅγιο Βενέδικτο, μεγάλο ἅγιο, θαυματουργό καί ἀσκητή, ἕνας ἄνθρωπος, ντυμένος μεγαλοπρεπῶς, μέ μεγάλη συνοδεία.
Ὅταν τόν εἶδε μπροστά του ὁ ἅγιος Βενέδικτος καί τοῦ λέει: «Βρέ παιδάκι μου, πῶς μοῦ ἦλθες ἔτσι; Ἄι παιδί μου, πέταξέ τα ἀπό πάνω τά ροῦχα πού δέν σοῦ ἀνήκουν, καί ἔλα νά σέ δῶ, ὅπως εἶσαι».
Τί εἶχε συμβεῖ;
Ἕνας βασιλιάς εἶχε βάλει ἕνα ἕνα γελοῖο ὑποκείμενο, νά ντυθεῖ βασιλικά, τοῦ ἔδωσε καί ἕνα ἀπόσπασμα ἀξιωματικούς καί ἐπισήμους καί πῆγαν νά κοροϊδέψουν τόν ἅγιο. Πού ὁ κόσμος τόν εἶχε θαυματουργός καί προφήτη.
-Ἐδῶ θά τό δοῦμε τί «βλέπει». Εἶπε ὁ βασιλιάς.
Καί περίμενε ὁ βασιλιάς ὅτι ὁ ἅγιος βλέποντας τόν ἁπλό ἀνθρωπάκο, μέ τήν βασιλική στολή καί τήν συνοδεία θά τόν προσκυνοῦσε. Καί θά ἐξευτελιζόταν. Ἀλλά ὁ ἅγιος τοῦ εἶπε: «Πέταξέ τα ἀπό πάνω σου παιδάκι μου αὐτά τά ροῦχα πού δέν σοῦ ταιριάζουν».
Ἐκεῖνος, ὅταν ἄκουσε τά λόγια αὐτά, ἔπεσε στά πόδια τοῦ ἁγίου, καί τοῦ ζήτησε συγγνώμη. Μετά γύρισε στό βασιλιά καί τοῦ λέει:
-Βασιλιά μου, ἐκεῖνον πήγαμε νά κοροϊδέψομε, εἰς βάρος σου βγῆκε. Ἐσύ εἶσαι μασκαράς. Ἐμένα μ’ ἔκανες μασκαρά, ἐσύ ἀποδείχθηκες μασκαράς. Ἐκεῖνος καθαρός καί ἅγιος ἦταν καί καθαρός καί ἅγιος ἔμεινε.
6. Μάνα μεῖνε ὅπως σέ ἤξερα
Ἄλλο παράδειγμα.  Ἕνας νέος, χωριατόπαιδο, ἔγινε καλόγηρος. Ἔφυγε ἀπό τό σπίτι του, πῆγε στό Μοναστήρι, καί ἔζησε ἐκεῖ, ἀγωνιζόμενος μέ νηστεῖες καί μέ προσευχές. Ἔπειτα ἔγινε καί καλός κληρικός. Ὅταν πέθανε ὁ ἀρχιεπίσκοπος τοῦ τόπου, τόν ἐκλέξανε διάδοχό του γιά τίς ἀρετές του. Καί ἀκούστηκε ὅτι τό παιδί αὐτό ἔγινε δεσπότης, καί τήν τάδε ἡμέρα ἐνθρονίζεται στό μητροπολιτικό ναό.
Τὄμαθε καί ἡ μητέρα του, πού εἶχε νά τό δεῖ ἀπ'  ὅταν ἔφυγε καί εἶπε: «Πάω καί ἐγώ νά καμαρώσω τό παιδί μου. Ἀλλά πῶς νά πάω μέ αὐτά τά παλιόρουχα, ἡ φτωχή;»
Πῆγε λοιπόν σέ κάτι φιλενάδες της, πλούσιες γυναῖκες, καί τίς παρακάλεσε νά τῆς δώσουν κανά ρουχαλάκι νά βάλει ἐπάνω της. Ἐκεῖνες τῆς ἔδωσαν τά καλύτερα πού εἶχαν καί ντύθηκε σάν ἀρχόντισσα. Πῆγε στήν τελετή, καί ὅταν ὁ Δεσπότης βρισκόταν στό θρόνο του, πῆγε νά τόν προσκυνήσει.
Ἐκεῖνος τήν γνώρισε, καί τῆς λέει:
-Ποιά εἶσαι;
Τοῦ ἀπάντησε μέ λαχτάρα:
-Ἡ μητέρα σου παιδάκι μου. Ἡ μητέρα σου.
-Ἡ μητέρα μου, τῆς λέει, ἦταν μιά φτωχή γυναῖκα. Καί δουλεύει μέρα-νύχτα νά βγάλει λίγα χρηματάκια. Καί ἐγώ βλέποντας τήν ἀρετή, τήν καλωσύνη, καί τήν θυσία της, ἔγινα καλόγηρος, γιά νά ὑπηρετήσω καί ἐγώ μέ τόν ἴδιο τόπο τόν Θεό. Ὅπως ὑπηρετοῦσε ἐκείνη τό σπίτι της καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἐσύ ποιά εἶσαι; Ποῦ τά βρῆκες αὐτά τά ροῦχα;
-Μοῦ τά ἔδωσαν παιδάκι μου, γιά νά φανῶ καί ἐγώ ἐπίσημα, σέ μιά τέτοια τελετή.
-Πέταξέ τα ἀπό πάνω σου μητέρα μου, τῆς λέει, νά σέ δῶ ὅπως σέ ἤξερα. Νά σέ καμαρώσω, ὅπως σέ καμάρωνα σέ ὅλη μου τή ζωή. Γιά νά θαυμάσω γιά μιά ἀκόμη φορά τήν καλωσύνη σου καί τήν ταπείνωσή σου, πού μέ δίδαξες νά ἀγαπάω τόν Θεό.
Τά πέταξε ἀπό ἐπάνω της ἐκείνη καί τότε κατέβηκε ἀπό τόν θρόνο ὁ δεσπότης, τήν ἀγκάλιασε τήν φίλησε καί ἐφίλησε καί τό χέρι της λέγοντας: «Ἐσύ μέ ἔκανες αὐτό πού εἶμαι. Ἐσύ μέ τά ἔμπρακτα διδάγματά σου, ταπείνωσης, ἀγάπης, εὐσέβειας καί καλωσύνης. Σέ ὅλη σου τή ζωή ἤσουνα ἐκεῖνο πού φαινόσουνα καί κάτι περισσότερο καί κάτι βαθύτερο. Δέν ἤθελα μαννούλα μου νά σέ ἰδῶ ποτέ μασκαρεμένη».
Καί ὁ Χριστός ἔτσι μᾶς θέλει. Ἁπλούς καί ταπεινούς. Διαφανεῖς. Νά βλέπει τήν καρδιά μας. Νά τοῦ τήν δείχνομε τήν καρδιά μας, μέ τήν προσευχή μας, πού τόν ἐπικαλούμαστε καί λέμε: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με τόν ἁμαρτωλό. Ἐγώ τά ξέρω τά ἁμαρτήματά μου. Ἐσύ τά ξέρεις. Σοῦ τά ὁμολογῶ καί σέ ἐπικαλοῦμαι. Λυπήσου με». Καί μετά, εἶναι ἡ τάξη τῆς Ἐκκλησίας, αὐτή τήν ἁγία περίοδο πού λέγεται Σαρακοστή, πᾶμε καί ἐξομολογούμεθα, γιά νά βγάλομε τήν μάσκα μας ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτή εἶναι ἡ ἐξομολόγηση. Βγάζομε τήν μάσκα ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. Λέμε τά ἁμαρτήματά μας στόν πνευματικό. Ζητοῦμε συγχώρηση. Μετά νηστεύομε μέ ταπείνωση. Προσευχόμαστε μέ ταπείνωση. Καί πᾶμε νά συναντήσομε τόν Χριστό, στή Θεία Κοινωνία. Παίρνοντας τό σῶμα του καί τό αἷμα του, ἰδιαίτερα αὐτή τήν ἁγία περίοδο τῆς Σαρακοστῆς.
Τί λέμε ὅταν πᾶμε νά κοινωνήσομε; «Ἔρχομαι Χριστέ μου καί ἐγώ ὅπως ἦλθε ἡ πόρνη, ὅπως ἦλθε ὁ ληστής. Ὅπως ἦλθε σέ σένα ὁ τελώνης. Δέξου με, σάν τήν πόρνη, σάν τόν ληστή, σάν τόν τελώνη. Δέν αἰσθάνομαι καλά, γιατί εἶμαι ἁμαρτωλός. Ἀλλά πᾶρε με ἐσύ κοντά σου, καί δέξου τήν μετάνοιά μου καί δυνάμωσέ με νά διορθωθῶ καί νά γίνω ἄνθρωπος δικός σου, δοῦλος σου ἀληθινός».
Ἄν κάνομε ἔτσι, ὅταν θά ρθεῖ ἡ ἡμέρα τῆς ἁγίας ἀναστάσεως, πού κρατώντας τήν λαμπάδα στό χέρι μας, θά λέμε «Χριστός ἀνέστη», ὁ Χριστός δέν θά εἶναι ἀναστημένος μόνο ἀπό τόν τάφο του, ἀλλά θά εἶναι καί ἀναστημένος μέσα μας. Θά ἔχομε καί μεῖς ἀναστηθεῖ γιά τόν Χριστό.
Καί ὅταν ψάλλομε: «θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος», θά λέμε: «Καί ἐγώ ἤμουνα μέσ’ στό μνῆμα». Ποιό μνῆμα; Τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. «Ἀλλά ἀναστήθηκα. Καί πῆρα καί θά πάρω ζωή ἀπό σένα Χριστέ μου. Μέ τήν διόρθωση, μέ τή δύναμη σου, μέ τή χάρη σου καί προπαντός μέ τήν Θεία Κοινωνία.
Νά μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεός, νά πετάξομε τήν ἁμαρτία ἀπό πάνω μας.
Νά μήν μείνομε γιά ὅλη μας τή ζωή μασκαράδες. Νά μή χρειαστεῖ νά μᾶς βγάλει τήν μάσκα ὁ Χριστός τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας. Νά τήν βγάλομε τώρα ἐμεῖς. Καί νά παρουσιαστοῦμε ἐνώπιόν του ὅπως εἴμαστε. Γιά νά μᾶς δώσει στολή δόξης, ὀμορφιά δόξης, τήν χάρη του, τήν ἀγάπη του, τήν εὐλογία του. Εἴθε τά λόγια αὐτά νά βροῦν ἀπήχηση στίς καρδιές ὅλων. Καί μέ τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ νά βαδίσομε τήν ἁγία Σαρακοστή καί νά φτάσομε στήν ἁγία Ἀνάσταση. Ἀμήν.-
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία. Ἔγινε στήν Ἄνω Ράχη στίς 9/3/1997
https://www.zoiforos.gr

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Κυριακή της Απόκρεω

Κυριακή της Απόκρεω









«ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε»(Ματθ. κε' 40).

Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
Ματθαίου κε' 31-46.

ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ;

1. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού- Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ' αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς...».
Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτε­ρον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρί­ση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χρι­στιανούς και μη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας. Καθο­λική - παγκόσμια η κρίση, καθολικό - παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι' αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε... Δεν μπορεί να τ' αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.
2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν... τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐ­λέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.
Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.
3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.
4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;
Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν' αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ' ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο «ὁ μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ' 6· Α' Ιωαν. δ' 8· δ' 16· ε' 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.
Αδελφοί μου!
Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ' Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.
Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ' άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά: «ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ' 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χρίστου. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει...

http://www.impantokratoros.gr

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


http://www.apostoliki-diakonia.gr

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΣΩΤΟΥ

Η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην επίσης καταπληκτική και διδακτική παραβολή του ασώτου υιού (Λουκ.15,13-32). Οι Πατέρες όρισαν να είναι αφιερωμένη η Κυριακή αυτή στην συγκεκριμένη παραβολή του Κυρίου, για να τονισθεί στους πιστούς η απύθμενη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο και το πλούσιο έλεος της συγχώρεσης, που δίνει στους μετανοούντες ανθρώπους.
Αν η προηγούμενη Κυριακή είναι αφιερωμένη στη στηλίτευση της παθολογικής εγωιστικής αυτάρκειας και η κατάδειξη των δεινών συνεπειών της, η δεύτερη Κυριακή είναι αφιερωμένη στη μετάνοια και στα ευλογημένα παρεπόμενά της.
Ο ευαγγελιστής Λουκάς μας διέσωσε την παραβολή αυτή ως εξής: Υπήρχε κάποιος πατέρας που είχε δυο γιους. Ο δεύτερος, κάποια στιγμή, ζήτησε το μερίδιο της κληρονομιάς του και έφυγε σε μακρινές χώρες, όπου σπατάλησε την περιουσία του σε ασωτίες. Τα χρήματα κάποτε τελείωσαν και στην περιοχή έπεσε μέγας λιμός. Αναγκάστηκε να γίνει χοιροβοσκός και να προσπαθεί να χορτάσει από τις βρωμερές και ευτελείς τροφές των χοίρων. Μέσα στη δίνη του θυμήθηκε την αρχοντική ζωή στο πατρικό σπίτι. Θυμήθηκε πως ακόμα και οι δούλοι του πατέρα του ζούσαν ασύγκριτα καλλίτερη ζωή από τη δική του. Τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση να γυρίσει στο σπίτι του και να ζητήσει από τον πατέρα του να τον συγχωρήσει και να τον προσλάβει ως δούλο του. Όμως ο στοργικός πατέρας του τον δέχτηκε ως γιο του και τον περιποιήθηκε δεόντως, παρά τις διαμαρτυρίες του μεγάλου γιου του, διότι «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ήν και ευρέθη» (Λουκ.15,32).
Κάποιοι υποστηρίζουν δικαιολογημένα πως και αν ακόμη είχε χαθεί ολόκληρο το Ευαγγέλιο και είχε σωθεί μόνο αυτή παραβολή, θα μπορούσε αυτή να αποτελέσει κείμενο ελπίδας και σωτηρίας για το ανθρώπινο γένος. Σε καμιά άλλη θρησκεία δε παρουσιάζεται ο Θεός τόσο συμπονετικός, ως στοργικός άνθρωπος πατέρας. Σέβεται απόλυτα την ανθρώπινη ελευθερία και τις επιλογές του κάθε ανθρώπου, ως πρωταρχικό στοιχείο της ανθρώπινης προσωπικότητας. Πνίγει μέσα στα φιλάνθρωπα σπλάχνα Του τον πόνο Του για την αποστασία του καθενός και περιμένει καρτερικά την επιστροφή του. Μόλις αυτή υπάρξει σβήνει με μια μονοκονδυλιά όλες τις άνομες πράξεις του και τον αποκαθιστά στην πρότερη θέση του.
Μετάνοια σημαίνει κατά γράμμα αλλαγή νου. Στην ουσία σημαίνει την οντολογική μετάλλαξη του ανθρώπου από την κατάσταση της εγωπαθούς αυτάρκειας στην κατάσταση της συναίσθησης της αμαρτωλότητας. Είναι η μετάβαση στο πνεύμα της ταπείνωσης και της συντριβής μπροστά στον απόλυτα αγαθό Θεό, του Οποίου το φως φανερώνει άπλετα το σκοτεινό μας εαυτό. Η συνειδητοποίηση της πτωτικής μας καταστάσεως, της επώδυνης τραυματικής εμπειρίας μας και της απουσίας διαύλων της χάριτος του Θεού στον εαυτό μας είναι το πρώτο βήμα για την οντολογική μας αποκατάσταση. Έπεται η υλοποίηση της μεγάλης μας απόφασης για την έμπρακτη αλλαγή της νοοτροπίας μας και τη διόρθωση της πορείας μας προς το Θεό.
Είναι περιττό να τονίσουμε πως η μετάνοια χρειάζεται ιδιαίτερο ηρωισμό και αγωνιστική διάθεση, όπως αποτυπώνεται θαυμάσια στην ευαγγελική περικοπή του ασώτου υιού. Όπως όλα τα αγαθά, έτσι και η σωτηρία μας, είναι αποτέλεσμα ηρωισμού, ασυμβίβαστης αυταπάρνησης και σκληρού αγώνα.
Ένα θαυμάσιο τροπάριο της ημέρας εκφράζει απόλυτα τα υψηλά νοήματα της παραβολής, ως εξής: «Της πατρικής δωρεάς διασκορπήσας τον πλούτον, αλόγοις συνεβοσκόμην ο τάλας κτήνεσι, και τοις αυτών ορεγόμενος τροφής, ελίμωττον μη χορταζόμενος΄ άλλ' υποστρέψας προς τον εύσπλαχνον Πατέρα, κραυγάζω συν δάκρυσι΄ Δέξαι με ως μισθίον, προσπίπτοντα τη φιλανθρωπία Σου, και σώσον με».
Οι πιστοί καλούνται την περίοδο του Τριωδίου να συνειδητοποιήσουν την άμετρη αγάπη του Θεού και να επιστρέψουν, όπως ο άσωτος της παραβολής, σε Αυτόν και να ζητήσουν το έλεός Του. Η κατανυκτική αυτή περίοδος είναι μοναδική για μετάνοια και συντριβή
.

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

«Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι».

Με το περιστατικό του Ζακχαίου και της Χαναναίας των δυο προηγούμενων Κυριακών, αδελφοί μου, γίνεται εμφανές ότι ο άνθρωπος για να κατορθώσει να συναντήσει το Χριστό, πρέπει να ανακαλύψει και να χρησιμοποιήσει μια διάσταση της υπάρξεώς του που ονομάζουμε πίστη. Πρέπει να αψηφήσει κοινωνικά στερεότυπα και δεδομένα, προσωπικούς αυτοθαμασμούς, αυτοαποθεώσεις και οιήσεις.

Ο Ζακχαίος λαχτάρησε να δει το Χριστό. Αψήφησε «τη γνώμη του κόσμου», κατέπνιξε προσωπικούς δισταγμούς και αναστολές, βγήκε στους δρόμους και «ἐζήτει ἱδεῖν τόν Ἰησοῦν»!

Παρόμοια έπραξε και η Χαναναία. Πάσχιζε ανακατεμένη μέσα στο πλήθος να πλησιάσει το Χριστό. Παρά τις αποτροπές, ακόμα κι από τους ίδιους τους άμεσους συνεργάτες του Ιησού, τους μαθητές του, να συναντηθεί μ’ Αυτόν και να εκλιπαρήσει τη βοήθειά Του.

Και οι δυο βγήκαν από τον εαυτό τους. Αψήφησαν, όπως αναφέραμε προηγουμένως κοινωνικά στερεότυπα και δεδομένα, προσωπικούς αυτοθαμασμούς, αυτοαποθεώσεις και οιήσεις, άπλωσαν το χέρι τους και ζήτησαν να πιαστούν και να κρατήσουν το χέρι του Ιησού. Αυτή είναι και η πραγματική διάσταση της πίστεως.

Σήμερα, αδελφοί μου, Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και συνάμα η πρώτη μέρα του Τριωδίου.

Έτσι λοιπόν, όπως μας αναφέρει ο μεγάλος θεολόγος της Εκκλησίας μας π. ALEXANDER SCHMEMANN «Πολύ πριν αρχίσει η Μ. Σαρακοστή, η Εκκλησία μας αναγγέλει ότι πλησιάζει και μας καλεί να μπούμε στην περίοδο της προετοιμασίας γι΄ αυτήν. Γιατί; Γιατί η Εκκλησία έχει μια βαθειά ψυχολογική γνώση της ανθρώπινης φύσης. Ξέροντας την έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης και την τρομακτική <<κοσμικότητα>> της ζωής μας, αναγνωρίζει την αδυναμία μας να αλλάξουμε αυτόματα, να πάμε ξαφνικά από μιά πνευματική ή διανοητική κατάσταση σε μια άλλη. Έτσι, αρκετά πρίν αρχίσει η ουσιαστική προσπάθεια , η Εκκλησία προκαλεί τη προσοχή μας στη σοβαρότητα της Μ. Σαρακοστής και μας καλεί να σκεφθούμε τη σημασία της. Αυτή η προπαρασκευαστική περίοδος περιλαμβάνει τις Κυριακές: α) Του Τελώνη και του Φαρισαίου, που αναφέρεται στην Ταπείνωση. β) Του Ασώτου, που αναφέρεται στην μετάνοια. γ) Της Απόκρεω, που αναφέρεται στην Τελευταία Κρίση και στη χριστιανική αγάπη και δ) Της Τυροφάγου, ή της Συγγνώμης που θυμόμαστε της εξορία από τον Παράδεισο των Πρωτοπλάστων.

Και εδώ τονίζεται έντονα ότι δεν θα μπορέσει ποτέ ο άνθρωπος να συναντήσει τον πραγματικό Θεό όσο συνεχίζει να λατρεύει σαν Θεό τον εαυτό του και όσο συνεχίζει να περιμένει τη σωτηρία από τον εαυτό του, όπως έκανε ο Φαρισαίος της παραβολής, ο οποίος προσευχήθηκε "σταθείς προς εαυτόν".

Αντίθετα για τον Τελώνη το κέντρο είναι ο Θεός. Ο εαυτός του παραμερίζεται. Τοποθετείται μετά το Θεό. Αντιλαμβάνεται σωστά την θέση του ανθρώπου απέναντι στο Θεό. Ο άνθρωπος δεν έχει τίποτε, και το μόνο που του μένει, είναι να παρακαλέσει για το έλεος του παντοδύναμου Θεού, μπροστά στον οποίο είναι ένοχος και δεν έχει κανένα δικαίωμα.

Ο Φαρισαίος δεν πάει στο Ναό για να συναντήσει το Θεό, αλλά γιατί χρειάζεται έναν επίσημο χώρο για να αυτοαποθεωθεί.

Ο Τελώνης πηγαίνει στο ναό όχι για να δει, για να ανταμώσει, για να συναντηθεί με το Θεό.

Αδελφοί μου!

«Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι». Επήγανε στο ναό για να επικοινωνήσουν με το Θεό.

Πηγαίνουμε κι εμείς σήμερα στο Ναό. Όσοι βέβαια πάμε, Άλλοι πάνε τακτικά, λίγοι είναι αυτοί, άλλοι πιο αραιά, άλλοι κάποτε και δυστυχώς κάποιοι καθόλου.

Η Εκκλησία μας σήμερα, με τη παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου και μπαίνοντας στην πλέον προσευχητική περίοδο της Εκκλησίας μας, το Τριώδιο μας υπενθυμίζει και το καθήκον του εκκλησιασμού. Κάτι που ο περισσότερος λ\κόσμος το θεωρεί πλέον πάρεργο.

Ας δούμε κάποιους λόγους που προβάλλονται σαν ανασταλτικοί του εκκλησιασμού, ακόμη κι από αυτούς που δηλώνουν Χριστιανοί Ορθόδοξοι. δεν εκκλησιάζονται και τι χάνουν οι μη εκκλησιαζόμενοι.

1.- Τα ρούχα. Με τέτοια ρούχα πως θα πάω στην Εκκλησία. Ακούσαμε άραγε πουθενά, ότι ο Χριστός ζητά, η Εκκλησία ζητά να πηγαίνεις μόνον όταν έχεις καινούρια ρούχα και πολυτελή φορέματα; Τα ρούχα δεν θα τα προσέξει ο Χριστός αλλά τη διάθεσή σου να προσευχηθείς και να συναντηθείς μαζί Του. Όσο ταπεινώνεσαι και αδιαφορείς για τις κρίσεις κι τα σχόλια των ανθρώπων και έρχεσαι στην Εκκλησία, τότε έρχεσαι πράγματι για το Θεό.

2.- Άλλοι δεν εκκλησιάζονται, διότι δεν τους αρέσει κάποιοι και κάποια πράγματα της Εκκλησίας: Ο παπάς, οι ψάλτες, οι επίτροποι, ή ακόμη τους φταίει η αταξία που επικρατεί, ακόμη και οι άλλοι εκκλησιαζόμενοι. Αλλά αδελφοί μου, στην Εκκλησία για ποιόν πάμε; Για να δούμε τους ανθρώπους ή για να προσευχηθούμε; Αν είναι καλοί ή κακοί οι άλλοι δεν είναι δικό μας ζήτημα. Το δικό μας καθήκον είναι να κοιτάζουμε τον εαυτό μας και όχι όπως συνέβη σήμερα ε το Φαρισαίο ο οποίος διεκήρυττε ότι δεν ήτανε όπως οι άλλοι άνθρωποι αλλά πολύ πιο πάνω απ’ αυτούς.

Αυτά που λέγονται και τελούνται κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας και των άλλων ιερών ακολουθιών, αδελφοί μου, όλα είναι έγκυρα, άσχετα με την ηθική αξία ή απαξία αυτού που τα τελεί.

3.- Το πένθος προβάλλουν άλλοι ως δικαιολογία για μη εκκλησιασμό τους και κάνουν μήνες και χρόνια να πατήσουν στην Εκκλησία. Αλλά που σου λέμε να πας, στο γάμο, στο πανηγύρι, στη χαρά, στο γλέντι; Εδώ πρόκειται να μεταβείς στον οίκο του Θεού. Εδώ θα επικοινωνήσεις με τα Σωτήρα σου. Εδώ θα λάβεις την παρηγοριά. Εδώ θα ακούσεις από το Ευαγγέλιο τον Απόστολο, το κήρυγμα ότι ο άνθρωπός σου δεν πέθανε, αλλά ζει σε καλύτερο και ωραιότερο κόσμο, από τον οποίο και σε παρακολουθεί. Και το χειρότερο οπουδήποτε αλλού μπορούμε να σε δούμε, σε γλέντι και σε φαγοπότι, παντού, μόνο απ’ την εκκλησία ξεκόβεις γιατί πενθείς. Και δε φτάνει που αμαρτάνεις έτσι εσύ, αλλά κατηγορείς και άλλους που αψηφούν τέτοιου είδους βλακώδεις προλήψεις και δεν ξεκόβουν από την Εκκλησία και τους ωθείς στην αμαρτία, αψηφάς και τις εκκλ’ήσεις και αυτής της Εκκλησίας και λες ας τους παπάδες να λένε.

4.- Τις δουλειές τους φέρνουν επίσης σαν δικαιολογία για τον μη εκκλησιασμό τους. Οι νοικοκυρές επικαλούνται τις πολλές καθημερινές δουλειές του σπιτιού:. Οι άντρες, το πλήθος της δουλειάς του και την ανάγκη επί πλέον ενασχολήσεων, για να τα βγάλουν πέρα. Ξεχνούν τη λαïκή παροιμία: «Όσο θέλεις δούλεψε, όσα θέλει ο θεός θα σου δώσει». Έτσι λοιπόν πολλοί παρουσιάζονται σαν κομήτες

Αδελφοί μου.

Απουσιάζουμε! Απουσιάζουμε όλο και πιο πολύ από την Εκκλησία. Την Εκκλησία οποία μας έμεινε το μόνο στήριγμα στους καιρούς τους σημερινούς που μανιασμένα τα κύματα χτυπάνε πάνω ας και μας πηγαινοφέρνουμε πότε από δω και πότε από κει.

Απουσιάζουμε άλλοτε για τα ρούχα, άλλοτε για το πένθος, άλλοτε για τις δουλειές, άλλοτε διότι έχουν φιλοξενούμενο, άλλοτε για το ένα και άλλοτε για το άλλο και άλλοτε και αυτοί δεν ξέρουν γιατί.

Χριστιανοί μου: Εμείς έχουμε ανάγκη να πάρουμε από το Θεό παρηγοριά, δύναμη και ευλογία. Γι΄ αυτό θα έπρεπε με λαχτάρα να ερχόμαστε στον πατέρα μας. Όσοι δεν εκκλησιάζονται ας έχουν υπόψη τους ότι, το πρόβατο όταν ξεκόψει από το κοπάδι γίνεται ή του λύκου ή του μαχαιριού. Και Χριστιανός που ξέκοψε από την Εκκλησία είναι χαμένος. Χωρίς την ευλογία της Εκκλησίας, εξασθενημένος ψυχικά και πνευματικά είναι έρμαιο στις διαθέσεις και τη βουλιμία του σατανά.

Ας είναι για μας τούτη η περίοδος, η περίοδος του Τριωδίου, που σήμερα ανοίγουμε την πόρτα του, μια ευκαιρία για ανασυγκρότηση. Ανασυγκρότηση του κομματιασμένου εαυτού μας και αναθεώρηση των σχέσεων μας ε τον μεγάλο αναζητούμενο το Ιησού και Θεό μας.

Ας τείνουμε το χέρι μας και ζητήσουμε τη συνάντηση μαζί Του. Είναι ο μοναδικός δρόμος που θα μας βγάλει σε ξέφωτο.





Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

† Ιωάννου Φουντούλη

http://www.xristianos.net/


Την 30η Ιανουαρίου εορτάζει η Εκκλησία την μνήμη των τριών μεγάλων Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Δεν πρόκειται περί «μνήμης» με την κυρία έννοια της λέξεως, δηλαδή επετείου του θανάτου των Πατέρων αυτών, αλλά περί κοινής εορτής, «συνάξεως» κατά την λειτουργική ορολογία. Ο Μέγας Βασίλειος απέθανε την 1η Ιανουαρίου του έτους 379 και η μνήμη του εορτάζεται, ως γνωστόν , την 1η Ιανουαρίου. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος την 25η Ιανουαρίου του έτους 389, και την 25η Ιανουαρίου εωρτάσαμε την μνήμη του. Τέλος ο Χρυσόστομος απέθανε στην εξορία την 14η Σεπτεμβρίου του έτους 407, κατά την ημέρα της εορτής της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού, η μνήμη του όμως μετετέθη, λόγω του ύψους της δεσποτικής εορτής της ημέρας αυτής, και εορτάζεται την 13ην Νοεμβρίου.

Η εορτή της 30ης Ιανουαρίου είναι μεταγενεστέρα, γι’ αυτό και δεν την συναντούμε στα παλαιά εορτολόγια. Καθιερώθη κατά τον ΙΑ΄ αιώνα επί της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού (1081 -1118). Την αιτία της συστάσεως της κοινής και για τους τρεις εορτής μας αφηγείται εκτενώς το συναξάριο της ημέρας. «Στάσις», διένεξις, υπήρχε στην Κωνσταντινούπολι μεταξύ «των ελλογίμων και εναρέτων ανδρών». Από τους τρεις Ιεράρχας άλλοι εθεωρούσαν σπουδαιότερο τον Χρυσόστομο, άλλοι τον Βασίλειο, και άλλοι τον Γρηγόριο, και υποτιμούσαν τους άλλους δύο. Έτσι δημιουργήθηκαν τρεις διαμαχόμενες παρατάξεις: των Ιωαννιτών, των Βασιλειτών και των Γρηγοριτών. Στην έριδα έθεσε τέλος ο μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης ο Μαυρόπους, λόγιος και ευλαβής κληρικός. Αυτός, κατά την διήγησι του συναξαριστού, είδε σε οπτασία τους τρεις αγίους, πρώτα τον καθένα χωριστά και ύστερα και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν με ένα στόμα: «Ημείς οι τρεις είμεθα ένα, καθώς βλέπεις, κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζη ή να μας κάνη να αντιδικούμε… Πρώτος δεν υπάρχει μεταξύ μας ούτε δεύτερος… Σήκω λοιπόν και ειπέ σ’ εκείνους που μαλώνουν, να μη χωρίζωνται σε παρατάξεις για ημάς. Γιατί ημείς και στην ζωή μας και μετά τον θάνατό μας δεν έχομε άλλη επιθυμία, παρά να ειρηνεύη και να ομονοή όλος ο κόσμος». Σαν σύμβολο και έκφρασι της ενότητός των του συνέστησαν να συστήση κοινή εορτή και των τριών. Έτσι ο Ευχαΐτων ανέλαβε την συμφιλίωσι των διαμαχομένων μερίδων και συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου. Έκρινε τον Ιανουάριο ως καταλληλότερο μήνα για τον εορτασμό των, αφού κατ’ αυτόν εώρταζαν και οι τρεις σε διάφορες ημέρες, την 1η ο Βασίλειος, την 25η ο Γρηγόριος και την 27η η ανακομιδή των λειψάνων του Χρυσοστόμου.

Η σύστασις της εορτής επέτυχε του σκοπού της. Απετέλεσε το ορατό σύμβολο της ισότητος και της ενότητος των μεγάλων διδασκάλων και της συμφιλιώσεως των διισταμένων πριν μερίδων. Κοινή ακολουθία και για τους τρεις συνέθεσε ο Ευχαΐτων, ανταξία των τριών μεγάλων Πατέρων. Από τότε σε κοινή εικονογραφική παράστασι περιλαμβάνονται και οι τρεις, ντυμένοι τα αρχιερατικά των άμφια, με το Ιερό Ευαγγέλιο στο ένα χέρι, ευλογούν με το άλλο, σαν να παρευρίσκωνται όχι μόνον εν πνεύματι, αλλά και εν σώματι μεταξύ μας. Και είναι πράγματι οι αιώνιοι και αθάνατοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας του Χριστού. Εδίδαξαν με τον άγιο βίο των, με την έξοχο δράσι των, με τα σοφά των συγγράμματα. Σ’ αυτούς ενεσαρκώθη το τέλειο χριστιανικό ιδεώδες του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» πλασμένου και εν Χριστώ αναγεννημένου ανθρώπου. Και προ πάντων στα πρόσωπα αυτών των τριών Ιεραρχών συνηντήθη η παιδεία, η μόρφωσις και η ελληνική φιλοσοφική κατάρτισις με την χριστιανική αλήθεια. Ήσαν οι σοφοί κατά κόσμον και σοφοί κατά Θεόν. Αρμονικωτέρα σύζευξις ελληνισμού και χριστιανισμού σ’ όλη των την τελειότητα δεν παρουσιάσθηκε ποτέ στον κόσμο. Γι’ αυτό και η εορτή των απέβη εορτή της ελληνοχριστιανικής παιδείας, της οποίας διδάσκαλοι και πρότυπα υπήρξαν οι τρεις Ιεράρχαι.

Και της χριστιανικής όμως λατρείας υπήρξαν δημιουργικά στοιχεία οι τρεις Ιεράρχαι. Όχι μόνο την ετέλεσαν, ως ιερείς και αρχιερείς, αλλά και συνέβαλαν στην διαμόρφωσι και εξέλιξί της. Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός, ότι με τα ονόματα και των τριών η εκκλησιαστική παράδοσις συνέδεσε την συγγραφή τριών λειτουργιών: των δύο γνωστών βυζαντινών λειτουργιών του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και μιας της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας που φέρεται υπό το όνομα του Γρηγορίου. Εξ άλλου και στους τρεις, και ιδιαιτέρως στον Μέγα Βασίλειο, αποδίδονται σειρές ολόκληρες ευχών, που κοσμούν τα λειτουργικά μας βιβλία. Είναι γνωστή και από τις ιστορικές πηγές η συμβολή του Μεγάλου Βασιλείου στην διαμόρφωσι των «ευκοσμιών του βήματος» και των διατάξεων των ευχών, καθώς και η προσπάθεια του Χρυσοστόμου για την αναζωογόνησι της λειτουργικής ζωής μεταξύ του ποιμνίου του στην Κωνσταντινούπολι. Ο Γρηγόριος ήταν και ποιητής και οι ύμνοι του, αν και δεν έχουν εισαχθή στην λατρεία μας, μπορούν να καταταγούν μεταξύ των καλλιτέρων και ωραιοτέρων προϊόντων της εκκλησιαστικής μας ποιήσεως.

Μπορείτε να ιδήτε στους βυζαντινούς μας ναούς να εικονίζωνται οι τρεις ιεράρχαι στην κόγχη του αγίου βήματος, με τα ειλητάρια της θείας λειτουργίας στα χέρια, να περιβάλλουν το θυσιαστήριο σαν να λειτουργούν αδιαλείπτως, όχι μόνο στο υπερουράνιο, αλλά και στο επίγειο θυσιαστήριο του Θεού, μαζί με τους ιερείς που τελούν τα μυστήρια σήμερα. Σαν να παρακάθηνται μαζί με ημάς στην ιδία κοινή ιερά τράπεζα και να μετέχουν της ιδίας πνευματικής τροφής.

Και σε μία άλλη εικονογραφική παράστασι θα συναντήσετε τους τρεις Ιεράρχας. Στην μεγάλη εξεικόνησι της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου, που ζωγραφείται από τους βυζαντινούς ζωγράφους στους νάρθηκας των ναών επάνω και γύρω από την κυρία πύλη του ναού. Στην ομάδα των σεσωσμένων, που εισέρχονται στον Παράδεισο του Θεού, θα διακρίνετε εύκολα τις τρεις σεβάσμιες μορφές των, όπως μας τις διέσωσε η εικονογραφική παράδοσις της Εκκλησίας μας και όπως περιγράφονται στο συναξάριο της εορτής των: «Ήσαν δε την θέσιν του σώματος και την μορφήν οι άγιοι ούτοι, έχοντες ούτως: Ο μεν θείος Χρυσόστομος, την ιδέαν του σώματος ην βραχύς πάνυ την ηλικίαν, μεγάλην κεφαλήν τοις ώμοις αιωρών, ισχνός εις το ακριβέστατον, επίρρινος, ευρύς τους μυκτήρας, ωχρότατος μετά του λευκού, κοίλους τους κόχλους των οφθαλμών έχων και βολβοίς τούτων κεχρημένος μεγάλοις, εφ’ οις και συνέβαινε, χαριέστερον, ταις όψεσιν αποστίλβειν, ει και τω λοιπώ χαρακτήρι τον αχθόμενον παρεδήλου∙ ψιλός και μέγας το μέτωπον και πολλαίς ταις βολίσι κεχαραγμένος∙ ώτα περικείμενος μεγάλα και το γένειον μικρόν και αραιότατον, υποπολιαίς ταις θριξίν εξανθών, τας σιαγόνας πεπιεσμένας είσω έχων τη νηστεία εις τον ακρότατον… Ο δε μέγας Βασίλειος ην την θέσιν του σώματος εις πολύ μήκος επί του ορθίου σχήματος αναδραμών∙ ξηρός και λιπόσαρκος, μέλας το χρώμα, ωχρότητι το πρόσωπον σύγκρατος∙ επίρρινος, εις κύκλον τας οφρύς περιηγμένος∙ το επισκύνιον συνεσπακώς, φροντιστικώ εοικώς, ολίγαις το πρόσωπον αμαρυγαίς ρυτιδούμενος∙ επιμήκης τας παρειάς∙ κοίλος τους κροτάφους, ηρέμα έχων εν χρω κουρίας∙ την υπήνην αρκούντως καθειμένος και μεσαιπόλιος… Ο δε γε ιερός Γρηγόριος ο Θεολόγος, κατά τον τύπον της ηλικίας του σώματος ετύγχανε μέτριος∙ ύπωχρος βραχύ μετά του χαρίεντος∙ σιμός, επ’ ευθείας τας οφρύς έχων∙ ήμερον βλέπων και προσηνές θάτερον, των οφθαλμών, ος ην δεξιός, στυγνότερον κεκτημένος, ον και ουλή κατά τον κανθόν συνήγε∙ τον πώγωνα ου βαθύς, δασύς δε επ’ ευθείας, ικανώς φαλακρός ταις θριξί, τα άκρα της γενειάδος ως περικεκαπνισμένα υποφαίνων».

Έτσι ακριβώς μας παρουσιάζει η Εκκλησία μας τα τρία μεγάλα αυτά τέκνα της. Σοφούς διδασκάλους και Πατέρας, που μας εδίδαξαν και μας διδάσκουν διαρκώς με την θεία σοφία των λόγων και των παραδειγμάτων των∙ ιερουργούς ενθέους των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, συλλειτουργούντας μαζί μας και συνδοξολογούντας τον Θεό∙ πολίτας του ουρανού και οικήτορας του Παραδείσου της τρυφής. Και προς τον σκοπό αυτόν υπηρετούν όλα τα στοιχεία της λατρείας μας. Το εορτολόγιο, που φέρνει στην μνήμη μας τα ιερά αυτά πρόσωπα κατ’ έτος. Η υμνογραφία, που με τους ύμνους της εγκωμιάζει τους αγώνας και την δόξαν των. Τα συναξάρια, που μας περιγράφουν τον βίο και τας αρετάς των. Η εικονογραφία που ανιστορεί τις ιερές μορφές των και μας δίδει την δυνατότητα να βλέπωμε σαν ζωντανά τα πνευματικά αυτά αναστήματα.

Αυτό είναι το νόημα και ο σκοπός της τιμής των αγίων στην Εκκλησία μας. Να δείξη αυτή την αδιάλειπτο και αδιάσπαστο κοινωνία των μελών της Εκκλησίας. Κοινωνία ζώντων εν Χριστώ πιστών, είτε στη γη αυτή είτε στην μακαρία κατάστασι του ουρανού. Κοινωνία για την οποία δεν υπάρχουν νεκροί, αλλά μόνο ζώντες, εφ’ όσον όλοι όσοι αποτελούν μέλη της ηνώθησαν δια των μυστηρίων με τον αιώνιο και αθάνατο χορηγό της ζωής, τον Χριστό. Όλοι μαζί συνδοξολογούν και συνυμνούν τον Θεό και δέονται οι ζώντες για τους κεκοιμημένους και οι κεκοιμημένοι για τους ζώντας. Όλοι είναι πολίται της Βασιλείας, με την σφραγίδα της αθανασίας, με τα ονόματά των γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.

Η ακολουθία των τριών Ιεραρχών αποδίδεται από τον συντάκτη του συναξαρίου της εορτής των στον Ιωάννη τον Μαυρόποδα, μητροπολίτη Ευχαΐτων, που «την εορτήν ταύτην παρέδωκε τη Εκκλησία εορτάζειν Θεώ» και συνέταξε γι’ αυτήν κανόνες, τροπάρια και εγκώμια. Εκτός όμως από τον Μαυρόποδα συνέβαλαν και άλλοι υμνογράφοι στην ολοκλήρωσι της υμνογραφίας της εορτής. Τα ιδιόμελα της λιτής και τα στιχηρά των αποστίχων του εσπερινού αποδίδονται στον Νείλο Ξανθόπουλο, το δε ιδιόμελο στο «Και νυν» των αποστίχων είναι ποίημα του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού. Ρητώς στον Ιωάννη αποδίδονται οι τρεις κανόνες. Θα παρατεθούν το πρώτο στιχηρό του εσπερινού του δ΄ ήχου, προσόμιο του «Ως γενναίον εν μάρτυσι», «Τα της χάριτος όργανα…». Το πρώτο των αποστίχων του πλ. α΄ ήχου, προσόμοιο του «Χαίροις ασκητικών», «Χαίροις Ιεραρχών η τριάς…». Το πρώτο των στιχηρών των αίνων του β΄ ήχου, προσόμοιο του «Ποίοις ευφημιών», «Ποίοις ευφημιών στέμμασι στεφανώσωμεν τους διδασκάλους…» και το δοξαστικό των στιχηρών του εσπερινού, ιδιόμελο του πλ. α΄ ήχου, «Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων…». Είναι από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια της εορτής. Γεμάτα επαίνους και εγκώμια προς τους τρεις Ιεράρχας, τους «τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος».

«Τα της χάριτος όργανα,

τας κιθάρας του Πνεύματος,

τους ευσήμους σάλπιγγας

του κηρύγματος,

τας φοβερόν και εξάκουστον

εξ ύψους ηχούσας βροντάς

και την δόξαν του Θεού

γνωριζούσας τοις πέρασι,

τους τρεις κήρυκας

της μεγάλης Τριάδος,

Ιωάννην και Βασίλειον αξίως

συν Γρηγορίω τιμήσωμεν».

«Χαίροις Ιεραρχών η τριάς,

της Εκκλησίας τα μεγάλα προπύργια,

οι στύλοι της ευσεβείας,

ο των πιστών εδρασμός,

των αιρετιζόντων η κατάπτωσις∙

Χριστού οι ποιμάναντες

τον λαόν θείοις δόγμασιν

και ταις ποικίλαις

αρεταίς οι εκθρέψαντες∙

οι της χάριτος

διαπρύσιοι κήρυκες∙

νόμους οι προεκθέμενοι

Χριστού τω πληρώματι∙

οι οδηγοί προς τα άνω,

του Παραδείσου αι είσοδοι∙

Χριστόν καταπέμψαι

ταις ψυχαίς ημών αιτείτε

το μέγα έλεος».

«Ποίοις ευφημιών στέμμασι

στεφανώσωμεν τους διδασκάλους;

τους διηρημένους τοις σώμασι

και συνημμένους τω Πνεύματι,

τους των θεοφόρων πρωτοστάτας.

Τριάδος ισαρίθμους και θεράποντας,

φωστήρας της οικουμένης διαλάμποντας,

της Εκκλησίας τους στύλους,

ους στεφάνοις δόξης,

ως νικήσαντας, στεφανοί

Χριστός ο Θεός ημών

ο έχων το μέγα έλεος».

«Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων,

χορεύσωμεν εόρτια

και σκιρτήσωμεν αγαλλόμενοι

εν τη πανδήμω πανηγύρει

των διδασκάλων ημών∙

βασιλείς και άρχοντες

συντρεχέτωσαν

και τους Ιεράρχας

κροτείτωσαν εν ύμνοις,

ως δογμάτων βλύσαντας

ποταμούς υπερμεγέθεις

τρεις καλλιρρόους,

αειζώους του Πνεύματος∙

ποιμένες και διδάσκαλοι

τους της σεπτής Τριάδος

τρισσούς ιερομύστας

συνελθόντες ευφημήσωμεν∙

οι φιλόσοφοι τους σοφούς,

οι ιερείς τους ποιμένας,

οι αμαρτωλοί τους προστάτας,

οι πένητες τους πλουτιστάς,

οι εν θλίψεσι τους παραμυθούντας∙

τους συνοδίτας οι οδοιπόροι,

οι εν θαλάσση τους κυβερνήτας,

οι πάντες τους πανταχού

θερμώς προφθάνοντας

θείους αρχιεράρχας

εγκωμιάζοντες ούτως είπωμεν∙

Πανάγιοι διδάσκαλοι,

σπεύσατε εξελείν τους πιστούς

εκ των του βίου σκανδάλων

και ρύσαι κολάσεων των αιωνίων ημάς».

(30 Ιανουαρίου 1971)

Από το βιβλίο «Λογική Λατρεία», Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Έκδοση Τρίτη, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σελ. 380 -388