Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός · ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ,
ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται » (Ματθ. 6,22)
 Κυριακή Γ΄ Ματθαίου - «Σε συμβουλεύω ν᾿ αγοράσης κολλύριο», του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα ἐξαιρετικὸ δῶρο, μία ἀκτίνα τοῦ πανσόφου Δημιουργοῦ. Δίνει στὸν ἄνθρωπο τὴ δυνατότητα νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀρχικὴ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ «Πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς» (Γέν. 1,28). Καὶ πράγματι, ὁ ἄνθρωπος κυριαρχεῖ ὅλο καὶ πιὸ βαθειὰ πάνω στὴ φύσι· παρουσιάζει τέτοιες κατακτήσεις πού, ἂν τὶς ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς τοῦ λίθου θὰ ἔλεγαν κατάπληκτοι· «Ἐσεῖς εἶστε μικροὶ θεοί!».
«Ἐγὼ εἶπα· θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες»(Ψαλμ. 81,6). Θεὸς ὁ ἄνθρωπος! Ἀλλ᾿ αἴφνης –ἀλλοίμονο!– ἡ σκηνὴ ἀλλάζει· βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο νὰ φτάνῃ σὲ ἀδιέξοδο. Μόλις ἀφήνει τὰ ἐπιστημονικὰ ἐργαστήρια κι ἀρχίζει νὰ ἐξετάζῃ ὄχι πλέον τὶς σχέσεις τῶν μορίων τῆς ὕλης, ἀλλὰ τὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους,τότε χάνει τὸ φῶς του, βυθίζεται σὲ σκοτάδι, συγκρούεται μὲ τοὺς ἄλλους.
Δὲ βλέπετε; Προηγήθησαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι καὶ τόσοι τοπικοί, καὶ θὰ ἔπρεπεἡ ἀνθρωπότης ἀπὸ πικρὰ πεῖρα νὰ ἀποστρέφεται κάθε πολεμικὴ ἐπιχείρησι· ἐν τούτοις νέες φλόγες πολέμου ἀνάβουν, νέα θύματα θρηνοῦνται· καὶ οἱ ἐξοπλισμοὶ ἐντείνονται. Ταλαίπωρη ἀνθρωπότης! Τὰ παιδιά σου ἀνακάλυψαν πῶς συμβιώνουν τὰ μόρια τῆς ὕλης, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν νὰ βροῦν τὸν τρόπο τῆς ἁρμονικῆς συμβιώσεως τῶν λαῶν. Γι᾿ αὐτοὺς τοὺς σοφοὺς τοῦ αἰῶνος μας, ποὺ περιέπλεξαν καὶ τὰ πιὸ ἁπλᾶ ζητήματα, ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου· «Ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν, καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία·  φάσκοντες εἶ ναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν »(῾Ρωμ. 1,21-22).Πῶς συμβαίνει αὐτό; Γιατί τόσο φῶς ἐκεῖ,τόσο σκοτάδι ἐδῶ; Στὸ ἐρώτημα ὑπάρχει ἀπάντησις, ἀλλὰ πόσοι τὴν προσέχουν; Αὐτὴ ἀποτελεῖ  τὸ μυστικὸ κλειδὶ ποὺ λύνει τὰ προβλήματα. Ἡ ἀπάντησι βρίσκεται στὸν στίχο 22, κεφάλαιο 6 τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου.
Εἶπεν ὁ Κύριος· «Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ  ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6,22). Κύριε, βοήθησέ μας στὸν στίχο αὐτὸν νὰκάνουμε μία μικρὴ ἀνάλυσι. Γιὰ νὰ δοῦμε κάτι, ἀγαπητοί μου, χρειαζόμαστε δύο πράγματα, φῶς καὶ μάτια.
Τὸ φῶς ἔχει βαθμῖδες· ἀπὸ τὸ φῶς μιᾶς πυγολαμπίδας μέχρι τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, πόση διαφορά! Ποιός δὲν προτιμᾷ τὸν ἥλιο; Ἀλλὰ καὶ ποιός μέσ᾽ στὸ σκοτάδι δὲν θὰ ἤθελε νά ᾽χῃ ἕνα κερὶ γιὰ νὰ δῇ ποῦ βρίσκεται; Οὔτε ὅμως τὸ κερὶ οὔτε οἱ ἠλεκτρικὲς λάμπες οὔτε οἱ φάροι οὔτε οἱ προβολεῖς οὔτε κι αὐτὸς ὁ ἥλιος δὲν πρόκειται νὰ μᾶς χρησιμεύσουν, ἂν ἐμεῖς δὲν ἔχουμε μάτια ,ἤ, ἂν ἔχουμε μὲν μάτια, ἀλλ᾽ αὐτὰ ἔχουν ὑποστῆ ὀργανικὲς βλάβες ἀπὸ ὀφθαλμικὲς παθήσεις. Οἱ τυφλοὶ δὲ βλέπουν οὔτε τὸ μεσημέρι.Φῶς καὶ μάτια χρειάζεται τὸ σῶμα, γιὰ νὰ δῇ τὸν φυσικὸ κόσμο. Ἀλλὰ φῶς καὶ μάτια χρειάζεται καὶ ἡ ψυχή, γιὰ νὰ δῇ τὸν δικό της κόσμο.
Καὶ φῶς μὲν πνευματικό, δόξα τῷ Θεῷ, ὑπάρχει. Δὲν εἶνε ἁπλὸ φῶς, εἶνε ἥλιος ὁλόκληρος· εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός! Ἐμπρὸς στὸ δικό του φῶς πόσο ἀσθενικὰ καὶ ὠχρὰ εἶνε τὰ φῶτα τῶν διαφόρων σοφῶν! Κύριε, ἄδυτε ἥλιε, «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Δοξολ.)!
Ἀλλ᾿ ὅπως τὸ σῶμα γιὰ νὰ δῇ ἔχει ἀνάγκηἀπὸ ὑγιῆ μάτια, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, γιὰ νὰ δῇ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ διακρίνῃ καὶ ν᾽ ἀπολαύσῃ τὴν ἀλήθεια, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ὑγιῆ ἐσωτερικὴ ὅρασι· καὶ ἡ ὅρασις αὐτή, μὲ τὴν ὁποία βλέπει ἡ ψυχή, εἶνεὁ νοῦς. Αὐτὸς εἶνε ὁ ὀφθαλμός, ὁ «λύχνος» τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου. Εἶνε ὑγιὴς ὁ νοῦς μας, καθαρὸς δηλαδὴ ἀπὸ πάθη, πλάνες, προκαταλήψεις; τότε ἡ ψυχὴ βλέπει, θαυμάζει τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, ἀγάλλεται. Δὲν εἶνε ὑγιὴς ὁ νοῦς μας; εἶνε δηλαδὴ ὑποδουλωμένος σὲ πάθη καὶ κακίες; τότε ἡ ψυχὴ ζῇ καὶ κυλιέται σὲ σκοτάδια· «ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου» ὁ σατανᾶς, «ἐτύφλωσε τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Κορ. 4,4).
 «Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός». Μεγάλο τὸ δίδαγμα ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ ῥητὸ αὐτό. Τὰ πάθη, στὰ ὁποῖα δουλεύει ὁ ἄνθρωπος, σὰν μαῦρα σύννεφα, σκοτίζουν τὴν πνευματική του ὅρασι· καὶ ἔτσι ἐξηγεῖται, γιατί ὁ μεγάλος ἐπιστήμων, ποὺ λύνει γρήγορα προβλήματα ἀλγέβρας, δὲν μπορεῖ νὰ λύσῃ ἕνα στοιχειῶδες πρόβλημα ἠθικῆς στὴ ζωή του. Ἐγκατέλειψε τὴν οἰκογένειά του, ζῇ παράνομα μὲ μιὰ παλλακίδα. Ὅλοι γελοῦν εἰς βάρος του, τοῦ φωνάζουν «Διῶξε την». Μὰ αὐτὸς οὔτε ἀκούει οὔτε βλέπει. Τυφλώθηκε ὁ ἄθλιος ἀπ᾽ τὸ πάθος καὶ σὰν τὸν Οἰδίποδα κατέστρεψε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια τὴν πνευματική του ὅρασι. Ἀντὶ ὁ νοῦς νὰ ῥυθμίζῃ τὴ ζωή του σύμφωνα μὲ τὴ λογική, τὸ πάθος ὑπέταξε τὸ νοῦκαὶ τὸν ἀναγκάζει τώρα νὰ γίνῃ συνήγορός του. Ὅπως ὁ ῥαδιοφωνικὸς σταθμὸς μιᾶς ἐλεύθερης χώρας, ὅταν καταληφθῇ ἀπὸ βαρβάρους, γίνεται πλέον ὄργανο τῶν κατακτητῶν καὶ ὁμιλεῖ  ἐναντίον τῆς πατρίδος, ἔτσι καὶ ἡ διάνοια· ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς καταληφθῇ ἀπὸ τὰ βαρβαρικά, τὰτιτανικὰ πάθη, χάνει πλέον τὴν ἀνεξαρτησίατῆς κρίσεως καὶ γίνεται ὁ ἐλεεινὸς συνήγορος τῶν ἰδιοτροπιῶν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ διάνοια τοῦ ἐμπαθοῦς εἶνε τυφλή. Ἡ κακία ἔσβησε τὸ λυχνάρι, κατήργησε τὴ λογική.
Ὁ νοῦς βυθίστηκε στὸ σκοτάδι, λέει ὅ,τι ὑπαγορεύει ἡ ἁμαρτωλὴ καρδιά. Ἕνας κήρυκας προσπαθοῦσε νὰ πείσῃ κάποιον ποὺ εἶχε τυφλωθῆ ἀπὸ τὸ χρυσάφι, ὅτιὑπάρχει καὶ ὁ κόσμος τοῦ πνεύματος. Ὁ φιλάργυρος ἀπαντοῦσε «Δὲν πιστεύω». Ὁ κήρυκας χάραξε σ᾽ ἕνα χαρτὶ ἕνα μικρὸ κύκλο καὶ μέσα ἔγραψε μὲ κεφαλαῖα «ΘΕΟΣ». –Τί βλέπεις; τὸν ρωτάει. –Τὴ λέξι «ΘΕΟΣ», ἀπαντᾷ ἐκεῖνος. Τότε ὁκήρυκας πάνω στὸν κύκλο τοποθετεῖ μία λίρα, ποὺ τὸν κάλυψε ὅλον. –Τί βλέπεις τώρα; τὸν ρωτάει. –Δὲν βλέπω τίποτε ἄλλο παρὰ τὴ λίρα!
Νά μιὰ εἰκόνα τοῦ κόσμου ποὺ τυφλώθηκε ἀπὸ τὸ μαμωνᾶ ἢ ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο πάθος. Τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὡς δικαιοσύνη, ὡς ἀλήθεια, ὡς ἀγάπη εἶνε γραμμένο παντοῦ· ἀλλὰ παρεμβάλλεται κάποιο νόμισμα, κάποια κακία, ὁ νοῦς μας σκοτίζεται καὶ τότε δὲν βλέπουμε τίποτε.
Ἂς ἀφαιρέσουμε, ἀδελφοί, τὰ ἐμπόδια, ἂς νεκρώσουμε τὰ πάθη, καὶ τότε θὰ δοῦμε τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ νὰ λάμπῃ. Τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, καθαρὰ ἀπὸ τὴν τσίμπλα τῆς ἁμαρτίας, θὰ βλέπουν τὰ πράγματα ὅπως εἶνε, ὄχι ὅπως τὰ δεί χνουν οἱ ψεύτικοι ἀντικατοπτρισμοὶ τῶν παθῶν.
Εὐτυχισμένοι ὅσοι ἔχουν ὑγιῆ τὴν ἐσωτερικὴ ὅρασι! Αὐτοὶ εἶνε «οἱ  ὁρῶντες», ἐκεῖνοι ποὺ πράγματι βλέπουν· αὐτοὺς μακάρισε ὁ Κύριος ὅταν εἶπε «Ὑμῶν μακάριοι οἱ ὀφθαλμοί, ὅτι βλέπουσι, καὶ τὰ ὦτα ὑμῶν, ὅτι ἀκούουσιν»(Ματθ. 13,16).
Ὅταν ὁ Μ. Ἀντώνιος συνάντησε στὴν Ἀλεξάνδρεια τὸν τυφλὸ φιλόσοφο Δίδυμο, εἶπε· «Δίδυμε, μὴ σὲ ταράζει ἡ ἀπώλεια τῶν αἰσθητῶν ὀφθαλμῶν. Τέτοια μάτια ἔχουν καὶ οἱ μῦγες καὶ τὰ κουνούπια. Νὰ χαίρεσαι γιατὶ ἔχεις μάτια ὅπως τῶν ἀγγέλων, μὲ τὰ ὁποῖα καὶ ὁ Θεὸς θεωρεῖται καὶ τὸ φῶς του καταλαμβάνεται».
Αὐτὰ τὰ μάτια λείπουν σήμερα. Ὁ κόσμος, παρ᾿ ὅλη τὴν ἐπιστημονικὴ διαφώτισι, ὡς πρὸς τὸ «γνῶθι σαυτόν», στὰ ἠθικὰ καὶ πνευματικά, εἶνε τυφλός  «Ἰδοὺ ἐγὼ μὲ τόσα φῶτα, τυφλός, τυφλὸς ὅπως καὶ πρῶτα», ποὺ εἶπε ὁ Γκαῖτε.
Ἔτσι τυφλός, μὲ σβησμένο τὸ λυχνάρι του, περιπλανᾶται στὰ ἐρέβη ὁ ἄνθρωπος. Τυφλός, ὅπως τὸν περιγράφει ἡ Ἀποκάλυψις στὸ 3ο κεφάλαιο. Ὑπερηφανεύθηκε, ἀποστάτησε καὶ τυφλώθηκε. Εἶπε ὅτι «πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω», καὶ δὲν ξέρει ὅτι αὐτὸς εἶνε «ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός». Σ᾽ αὐτὸντὸν τυφλό, ποὺ ἔπαψε νὰ βλέπῃ τὰ θεῖα ὁράματα τῆς πίστεως, λέει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο· Ἄνθρωπε, χρειάζεσαι κολλύριο·«ἔγχρισον τοὺς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς»(Ἀπ. 3,17-18). Καθάρισε τὴ διάνοιάσου ἀπὸ κάθε προκατάληψι. Πίστεψε ἀκράδαντα. Καὶ τότε θ᾽ ἀνοίξουν τὰ μάτια σου, θ᾽ ἀνάψῃ τὸ ἐσωτερικὸ λυχνάρι σου, ἕνας ὡραῖος κόσμος θ᾿ ἀναδυθῇ ἀπὸ τὰ βάθη σου, θὰ δῇς τὸ πανόραμα τῆς ἄνω Ἰερουσαλὴμ καὶ μαζὶ μὲ τὸ Δαυῒδ θὰ ψάλῃς· «Ἡδυνθείη αὐτῷ ἡ διαλογή  μου, ἐγὼ δὲ εὐ φρανθήσομαι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ» (Ψαλμ. 103,34).
Κύριε, σὲ παρακαλοῦμε! Ἔχουμε ἀνάγκη ἐσωτερικῆς ὁράσεως, πίστεως, τῆς ἕκτης αὐτῆς αἰσθήσεως. Κάνε νὰ πιστέψουμε ὅλοι σ᾽ ἐσένα, νὰ καθαρίσουμε τὴν ἐσωτερική μας ὅρασι  μὲ τὸ κολλύριο τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, γιὰ νὰ γίνῃ καὶ πάλι ὁ τόπος μας «ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων»(Ἰω. 5,35), ὁ φωτεινὸς ὀφθαλμὸςτῶν Βαλκανίων καὶ τῆς ἀνθρωπότητος, τὴν ὁποία καλύπτουν σκοτάδια βαρβαρότητος. Σ᾽ ἕνα τέτοιο κόσμο, Ἑλλάδα ἀγαπητή μας πατρίδα, φέγγε αἰωνίως μὲ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Μη επισκέψιμη, χαρακτηρίστηκε η εκκλησία μας

Μη επισκέψιμη,  χαρακτηρίστηκε η εκκλησία μας  την Πέμπτη 15/6/17 από το κλιμάκιο των μηχανικών που την επισκέφθηκαν, λόγω των ζημιών που προκάλεσε  ο σεισμός της Δευτέρας 12/6/17 και υπάρχει κίνδυνος πτώσεως επιχρισμάτων.
«Η ευθύνη δική σας» μας τόνισαν αν θέλετε να μπείτε.
Ο Ναός μας θα επανεξετασθεί και από κλιμάκιο Βυζαντινών αρχαιοτήτων.
Αρκετές ζημιές προκλήθηκαν και στο κωδωνοστάσιο.

 ΤΗ  ΚΥΡΙΑΚΗ  18/6/17

ΔΕΝ  ΘΑ  ΛΕΙΤΟΥΡΓΉΣΕΙ





Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Οι άγιοι Πάντες

ΣΥΝΤΟΜΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
Συντάκτης επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης

Κυριακή Αγ. Πάντων (Έ6ρ. 11,33 - 12,2)
Αποτέλεσμα εικόνας για ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ


Οι άγιοι Πάντες


«Ων ουκ ην άξιος ό κόσμος» (Έβρ. 11,38)


ΣΗΜΕΡΆ, αγαπητοί μου, είναι εορτή και πανήγυρης. Δεν εορτάζει ένας άγιος, ούτε δύο ούτε δώδεκα ούτε σαράντα ούτε τριακόσιοι δεκαοκτώ άγιοι σήμερα εορτάζουν πολλοί - αναρίθμητοι, όλοι οι άγιοι. είναι ή εορτή των αγίων Πάντων. Ποιοι είναι αυτοί; είναι εκείνοι πού γράφουν τα χαρτιά, τα συναξάρια, τα μηναία άλλα είναι και άλλοι, πού τα ονόματα τους τα γνωρίζει μόνο ό Θεός, άγιοι ανώνυμοι. είναι άγιοι απ' όλα τα έθνη, απ' όλες τις γλώσσες και τις φυλές, απ' όλες τις εποχές, απ' όλα τα επαγγέλματα, απ' όλες τις ηλικίες. Είναι νήπια όπως εκείνα πού έσφαξε ό Ηρώδης, μικρά παιδιά όπως ό άγιος Κήρυκος, γέροντες με άσπρα μαλλιά, γυναίκες, άντρες, ένας κόσμος ολόκληρος. Αν μπορείς να μέτρησης τα άστρα, τότε θα μπόρεσης να μέτρησης και τους αγίους Πάντας.

Σχηματίζουν σήμερα τρόπον τινά μία παρέλαση, εμπρός στην οποία οι παρελάσεις των εθνικών μας εορτών σβήνουν. Παρελαύνουν όλοι οι άγιοι μπροστά στον βασιλέα Χριστό. Πρώτη περνά ή ύπεραγία Θεοτόκος, μετά έρχονται οι άγγελοι και αρχάγγελοι, μετά οι πατριάρχαι, μετά οι προφήται, μετά οι απόστολοι, μετά οι μάρτυρες, μετά οι όσιοι, μετά οι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, μετά οι όμολογηταί, όλος ό στρατός του Κυρίου. Και μπροστά απ' όλη την παράταξη σελαγίζει ή σημαία, ό τίμιος σταυρός. Όλοι αυτοί γονατίζουν μπροστά στο Χριστό και λένε με σεβασμό και ευλάβεια Χαίρε, ό Βασιλεύς ημών!

Στην εποχή μας ή άγιότης περιφρονείται. Άλλα μήπως κι όταν ζούσαν στη γη οί άγιοι γνώρισαν τιμή; Κάθε άλλο. Και τότε ό κόσμος άλλους θαύμαζε ζήλευε αυτούς πού διασκέδαζαν, οργίαζαν, κολυμπούσαν στο χρήμα, κατοικούσαν στα μέγαρα ενώ οι άγιοι έμεναν μακριά απ' όλα αυτά. Δέ' μπορούσαν να ζήσουν μέσα σε πολιτείες. Αναγκάζονταν να φεύγουν, να βγαίνουν έξω, να ζουν στα βουνά, να φορούν γιδοτόμαρα, να κρύβονται σε σπηλιές, για ν' αποφύγουν συμβιβασμούς και να κρατήσουν την πίστη και την καθαρότητα τους. Γι' αυτούς τους αγίους λέει σήμερα ό απόστολος• «Ων ουκ ην άξιος ό κόσμος» (Έ6ρ. 11,38). Τι θα πει αυτό; "Ας το κάνουμε λιανά.

Φαντασθείτε με το νου σας μια θεόρατη ζυγαριά. Στο ένα μέρος της βάλτε όλα τα πλούτη, όλο το χρυσάφι, όλο το ασήμι, όλα τα διαμάντια, όλα τα τιμαλφή της γης. Βάλτε ακόμη όλο τον ορυκτό πλούτο πού υπάρχει στο υπέδαφος. Ανοίξτε και τις τράπεζες και φέρτε όλο το χρήμα. Τέλος βάλτε πάνω και τα διάσημα των αξιωμάτων, κορώνες, σπαθιά, παράσημα, διπλώματα, βραβεία και επαίνους, ό,τι εκλεκτό και πολύτιμο έχε ιό κόσμος. Και στο άλλο μέρος της ζυγαριάς βάλτε - Τι; Ένα μάρτυρα, έναν ασκητή. Ή ζυγαριά δεν θα γείρει προς τα πλούτη θα γείρει προς το μέρος του αγίου! Τόση αξία έχει ή άγιότης.

Υπερβολικά θεωρούνται αυτά; 'Αλλ' αυτό ακριβώς λέει σήμερα ό απόστολος• ότι ό κόσμος δεν ήταν άξιος να έχη στις τάξεις του τέτοια διαμάντια, τέτοια αναστήματα• «ων ουκ ην άξιος ό κόσμος». Δεν είναι αυτό υπερβολή. Θα μπορούσα ν' αναφέρω πολλά παραδείγματα για να σας δείξω, ότι ένας άγιος αξίζει παραπάνω απ' όλο το ντουνιά. Αναφέρω ένα μόνο, για να δείτε πόσο αξίζει ένας άγιος.

Οχτακόσα χρόνια προτού να 'ρθη ό Χριστός στον κόσμο ζούσε ένας βασιλιάς άδικος. Είχε δε δίπλα του και μια βασίλισσα πού ήταν εκατό φορές πιο άδικη απ' αυτόν. Ζούσαν στα παλάτια ζωή τρυφηλή. Το δε χειρότερο ήταν, ότι παρέσυραν τον περιούσιο λαό του Θεού στην ειδωλολατρία και τη διαφθορά. Ό Θεός οργίστηκε και έξαφνα διατάζει, να σταματήσει ό ουρανός να βρέχει. Και σταμάτησε πράγματι επί τρεισήμισι χρόνια! Ξεράθηκαν τα πάντα. Τα πηγάδια και οί βρύσες στέρεψαν. Τα ζώα δέ' μπορούσαν πια να ζήσουν. Οί άνθρωποι πήγαιναν μέσα στις σπηλιές και κολλούσαν τη γλώσσα τους στα βράχια σαν το σκύλο, για να βρουν λίγη υγρασία. Είχε ανοίξει πια ή γη, είχε γίνει σκληρή σαν το κεραμίδι. Κινδύνευαν να πεθάνουν όλοι, να μη μείνει ούτε ένας. Τότε ποιος τούς έσωσε; Για διαβάστε. Τους έσωσε ό βασιλιάς; οί πλούσιοι; οί μεγάλοι; οί γραμματισμένοι; Κανείς απ' αυτούς. Τους έσωσε ένας πού δεν είχε σπίτι, δεν είχε χρήματα, δεν είχε ρούχα πολυτελείας. Φορούσε μια κάπα και μ' ένα ραβδί γύριζε ξυπόλητος βουνά - λαγκάδια, από ριζοβούνι σε ριζοβούνι κι από σπηλιά σε σπηλιά, και τον έτρεφαν τα κοράκια του ουρανού. Ποιος ειν' αυτός; Θα τον γιορτάσουμε στις 20 Ιουλίου• Είναι ό προφήτης Ηλίας - να 'χουμε την ευχή του. Αυτός γονάτισε και προσευχήθηκε...

Αν πούμε κ' εμείς πώς προσευχόμεθα, θα πούμε ψέματα. Συγχωρήστε με, μα ούτε σεις ό λαός ούτε εμείς οί παπάδες (βάζω και τον εαυτό μου) πού λειτουργούμε προσευχόμεθα. Πριν 100 - 200χρόνια στο Μοριά, στη Θεσσαλία, στην Κρήτη, στην Ήπειρο, στη Μακεδονία, στη Μικρά Ασία, από την ώρα πού έμπαιναν στην εκκλησία τα μάτια τους ήταν βουρκωμένα και τα δάκρυα πέφτανε κάτω στα πλακάκια κορόμηλο. Πού τώρα αυτά! Είμεθα θεομπαίκται. Θα μας τις κλείσει ό Θεός τις εκκλησίες• θα γίνουν αχούρια, κινηματογράφοι, θέατρα. Ποιος μπαίνει μέσα με φόβο Θεού;...

Έκανε, λοιπόν, ό Ηλίας την προσευχή του. Όχι πολλή ώρα. Άλλα μόλις ύψωσε τα χέρια, λες κ' ήτανε μαγνήτης, τράβηξε τα σύννεφα• γέμισε ό ουρανός, έβρεξε, και δροσίστηκε ή γη. Να λοιπόν ένας απόκοσμος ερημίτης έσωσε τον κόσμο, ολόκληρο βασίλειο. Αυτός είχε την αξία, όχι ό κόσμος. «Ων ουκ ην άξιος ό κόσμος»! Τέτοιο διαμάντι ήταν στην εποχή του, αλλά ποιος τον υπολόγιζε; Τον κυνηγούσαν, και αυτός ό κυνηγημένος ήρθε ώρα πού τους έσωσε. Να Τι αξίζει ένας άγιος.

Θα πείτε Αυτά «τω καιρώ εκείνο», σήμερα; Δεν έπαυσε, αδέρφια μου, ή Εκκλησία να γεννά αγίους εδώ στη γη. Όπως το χώμα βγάζει τριαντάφυλλα, έτσι και αύτη ή γη, και ή δική μας χώρα, δέ' θα παύση μέσ' στα αγκάθια τα πολλά να γεννά και κρίνα και τριαντάφυλλα Υπάρχουν και σήμερα άγιοι. Τα ονόματα τους δεν τα γράφουν οί εφημερίδες ούτε ακούγονται από τα ραδιόφωνα. Αυτοί Είναι άγνωστοι. Να σας δείξω μερικούς; Ένα κορίτσι πού ό πατέρας του πέθανε και το σπίτι έμεινε ορφανό και, ενώ άλλες πουλάνε την τιμή της και ζουν μπέικα μέσ' στον παλιόκοσμο, αυτή εργάζεται τίμια και βγάζει το ψωμί του σπιτιού, μια τέτοια κοπέλα, άγνωστη στον κόσμο, αξίζει χίλιες φορές περισσότερο από τις άλλες. Και μια νοσοκόμος πόσο αξίζει! Σε λίγο, σας το λέω, τα νοσοκομεία δεν θα 'χουν νοσοκόμες. Γιατί μια κοπέλα να πάει να γίνη νοσοκόμος; Κορόιδο Είναι, να υπηρέτη όλη νύχτα και ν' αμείβεται ελάχιστα, την ώρα πού ή άλλη πουλάει το κορμί της και μαζεύει τόσα όσα δέ' μαζεύει αυτή όλο το χρόνο: Και μια πολύτεκνη μάνα, πού βαδίζει με το νόμο του Θεού και φροντίζει τον άντρα και τα παιδιά της, αξίζει παραπάνω από όλες τις άλλες πού κρατούν στην αγκαλιά τους όχι παιδιά αλλά σκυλιά. Κ' ένας εργάτης, πού δουλεύει τίμια κι ό ίδρωτας τρέχει από το μέτωπο του, αξίζει παραπάνω από εφοπλιστές και βιομηχάνους. Κ' ένας αγρότης πού δουλεύει τη γη κι όταν κτυπάει ή καμπάνα κάνει το σταυρό του, Είναι ανώτερος απ' όλους τους ασεβείς κυβερνήτες των λαών.

Αυτά διδάσκει το Ευαγγέλιο και αυτά τα κριτήρια πρέπει να 'χουμε, αδέρφια μου. Δέ' σας λέω περισσότερα, τούτο μόνο μην εκτιμάτε χρήμα, πλούτη, ηδονές. Να εκτιμάτε πίστη και αγιότητα. Ξεχάσαμε τα λόγια των προγόνων μας. Έλεγε ό Πλάτων «Πάς ό τ' επί γης και υπό γης χρυσός αρετής ουκ αντάξιος» (Νομ. 5.728Α), ότι όλο το χρυσάφι της γης δεν μπορεί ν' αντιστάθμιση την αξία της αρετής. Βγάζω δίσκο σήμερα, δίσκο αγγέλων, τον περιφέρω και ζητώ• δώστε μου, Χριστιανοί, ένα δάκρυ μετανοίας, δώστε μου ένα δράμι πίστεως, δώστε μου ένα γραμμάριο αγιότητας, και σας χαρίζω όλο τον κόσμο. Όσο αξίζουν αυτά, δεν αξίζει όλος ό πλούτος της γης.

Αδέρφια μου, μη μας θαμπώσουν τα εγκόσμια. Να ζήσουμε με το Χριστό. Μακάριοι - ευτυχείς αυτοί πού πιστεύουν στο Χριστό, αυτοί πού ζουν κατά Χριστόν, αυτοί πού ενώνονται με το Χριστό. Αυτοί μια μέρα, μαζί με τους μάρτυρας, τους οσίους, τους αγγέλους, μαζί με τους αγίους Πάντας, θα ψάλλουν και θα λένε• «Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ό ουρανός και ή γη της δόξης σου» (Ήσ. 6,3 και θ. Λευίτ.).

επίσκοπος Αυγουστίνος
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία η οποία έγινε σε ιερό ναό των Αθηνών την 20-06-1965. Καταγραφή και σύντμησης 26-06-2005 

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

π. Φιλόθεος Φάρος

Την Πεντηκοστή γιορτάζουμε το γεγονός της Εκκλησίας, αλλά η εποχή μας δεν μπορεί εύκολα να γιορτάσει το γεγονός της Εκκλησίας, γιατί είναι μια έντονα αντιεκκλησιαστική εποχή, όχι γιατί επικρίνονται, διαβάλλονται, διασύρονται ή συκοφαντούνται συχνά εκπρόσωποι της εκκλησιαστικής διοι­κήσεως, αλλά επειδή η φύση του πολιτισμού που κυριαρχεί σήμερα είναι αντιεκκλησιαστική.  Η εποχή μας είναι μια εποχή ατομιστική και ανταγωνιστική, είναι μια εποχή που ενθαρρύνει τον ανθρώπινο ναρκισσισμό και σαν συνέπεια καλλιεργεί τις προϋποθέσεις για την αποκοπή του ανθρώπου από τους άλλους και την απομόνωσή του.
Η εκκλησιαστικότητα αντίθετα είναι αντανάκλαση της τριαδικότητας του Θεού,που σαν Θεός αγάπης δεν μπορούσε αν και είναι ένας να είναι μοναδικός, γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να αγαπάει κάποιον άλλο. Έτσι ο Θεός ήταν απαραίτητο να είναι μια κοινότητα, μια κοινωνία που τα πρόσωπα που την αποτελούν να τα μοιράζονται όλα, να τα έχουν όλα κοινά εκτός από την ταυτότητά τους, την υποστατικότητά τους. Γιατί αν είχαν και την ταυτότητα ή την υποστατικότητά κοινή δεν θα ήταν κοινότητα, αλλά μοναδικότητα και επομένως ο Θεός δεν θα μπορούσε να είναι Θεός αγάπης.
Στον άνθρωπο ο Θεός που τον έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωση δική του, έδωσε την εκκλησιαστικότητα που είναι για τον άνθρωπο ότι είναι για τον Θεό η τριαδικότητα. Αλλά με την απομάκρυνσή του από τον Θεό ο άνθρωπος αλλοιώνει την θεία εικόνα και υποκαθιστά την εκκλησιαστικότητά του, δηλαδή το βασικό στοιχείο της φύσεώς του που απαιτεί την ένωσή του με τους άλλους ανθρώπους, με τον ατομικισμό και τον ναρκισσισμό που τον οδηγεί στον θάνατο.
Ο Χριστός με την ενσάρκωση του, την ενανθρώπισή του αποκαθιστά την ανθρώπινη φύση, στην παλιά της κατάσταση και έτσι ξαναζωντανεύει, την εκκλησιαστικότητα του ανθρώπου και την πραγματώνει με την σύσταση της Εκκλησίας.
Επομένως η Εκκλησία δεν είναι διοίκηση, δεν είναι οργάνωση, δεν είναι εξουσία, αλλά είναι κοινωνία, συνομιλία, συνύπαρξη, συμβίωση, συνοδοιπορία, συμμετοχή, συνεύρεση, σύνοδος. Ούτε είναι αναγκαστικά  Εκκλησία η χωρίς καμιά συνοχή συγκέντρωση ατόμων στο Ναό.  Η συγκέντρωση ατόμων στο ναό, μπορεί μάλιστα συχνά να είναι κάθε άλλο παρά Εκκλησία.
Στην  Εκκλησία οι άνθρωποι μοιράζονται με τους άλλους τον εαυτό τους, το βιό τους, τον χρόνο τους, τις ανησυχίες τους, την δημιουργικότητά τους, τη χαρά τους, την λύπη τους, την πίκρα τους, την απόγνωσή τους, την ελπίδα τους, την πίστη τους.
Στην Εκκλησία, ούτε υπακούουν πολλοί σε ένα ούτε δεν υπακούει κανένας σε κανένα, αλλά υπακούουν όλοι σε όλους.
Δεν υπάρχει  Εκκλησία εκεί που oι άνθρωποι φροντίζουν ο καθένας τον εαυτό του, εκεί που ο καθένας κρατάει τα αγαθά του, την χαρά του, την δύναμή του, την ελπίδα του, την πίστη του, την αρετή του για τον εαυτό του και δεν την μοιράζεται με τους άλλους.
Η Εκκλησία όμως πραγματώνεται διαρκώς πάνω στη γη, αποκαθιστά διαρκώς την εκκλησιαστικότητα της ανθρωπινής φύσεως, μεταβάλλει διαρκώς τον κόσμο σε βασιλεία του Θεού, δεν είναι στατική, δεν φτάνει ποτέ στο τέρμα, μπορεί πάντα να γίνεται όλο και περισσότερο η βασιλεία του Θεού. Επομένως η Εκκλησία δεν είναι μια κοινωνία καθαρών, που έχουν φθάσει στο τέρμα και που δεν μπορούν να προχωρήσουν πιο πέρα.
Μέσα στην  Εκκλησία, τα μέλη της  Εκκλησίας αγωνίζονται διαρκώς να μετακινηθούν από τον δαιμονικό ναρκισσισμό στην εκκλησιαστικότητα, που είναι η αντανάκλαση της τριαδικότητας του Θεού. Αν στην εποχή μας πολλοί άνθρωποι πολεμούν την  Εκκλησία σαν οργάνωση, είναι προ παντός και κυρίως επειδή ο σημερινός άνθρωπος κυριαρχημένος από τον δαιμονικό ναρκισσισμό τρέμει την εκκλησιαστικότητα και μπορεί να μιλάει συχνά για δίκαιη κατανομή των υλικών αγαθών, αλλά δεν κάνει ποτέ λόγο για δίκαιη κατανομή των συναισθηματι­κών και των πνευματικών αγαθών, δεν κάνει λόγο για αγάπη. Με την μάσκα της υλιστικής ισότητας, κρύβει τον τρόμο που αισθάνεται στο ενδεχόμενο να μοιραστεί τον εαυτό του με κάποιον άλλο. Γι’ αυτό προσπαθεί να μεταβάλει σε εμπορική συναλλαγή και τις πιο προσωπικές σχέσεις όπως ο γάμος, τον οποίο θέλει να απογυμνώσει από κάθε προσωπικό στοιχείο, από κάθε συναίσθημα και να τον κάνει συνδικαλισμό με ωράρια, με δικαιώματα, έντονα ανταγωνιστικό, μια σφοδρή μάχη ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα, για να προστατευθεί έτσι από το ενδεχόμενο της προσωπικής προσφοράς
Την υλιστική ισότητα την θέλει υποχρεωτική, κυριαρχική, επιβεβλημένη από κάποια απρόσωπη εξουσία για να αποκλείε­ται το στοιχείο της προσωπικής προσφοράς, για την οποία αισθάνεται έντονα ο σημερινός άνθρωπος την τραγική του αναπηρία.
Αλλά δεν μπορούν οι άνθρωποι να έχουν μεταξύ τους κοινότητα, κοινωνία, ενότητα, χωρίς να είναι ενωμένοι με Εκείνον που είναι η Κοινότητα, η Κοινωνία, η Ενότητα. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική κοινότητα χωρίς να είναι Εκκλησία και χωρίς να έχει αυτή η κοινότητα κι αυτή η κοινωνία σαν ψυχή της το πνεύμα του Θεού.
Χωρίς το πνεύμα του Θεού, δεν μπορεί να υπάρξει  Εκκλησία. Το Πνεύμα του Θεού «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας» (Στιχηρό Εσπερινού Κυριακής Πεντηκοστής) και δεν μπορεί κανείς να δεχθεί το πνεύμα του Θεού έξω από την  Εκκλησία «ου γαρ άλλως ένι κατελθείν εκείνο το Πνεύμα. Καθάπερ γαρ, ει τύχοι χείρ αποσπασθείσα του σώματος, το πνεύμα το από του εγκεφάλου την συνέχειαν ζητούν, και μη ευρόν, ουκ εξάλλεται του σώματος, και διατρήσαν, προς την χείρα εξέρχεται, άλλ’ άν μη εύρη κείμενον, ουχ άπτεται ούτω και ενταύθα εάν μη ώμεν τη αγάπη συνδεδεμένοι28». Έτσι εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν υπάρχει σωτηρία για τον άνθρωπο που δεν μετέχει στο μυστήριο της Εκκλησίας, που είναι η ενεργοποίηση στη ζωή του στοιχείου της εκκλησιαστικότητας. « Εν υψηλώ κηρύγματι της του Θεού, Εκκλησίας, ακούσωμεν βοώσης ο διψών, ερχέσθω και πινέτω ο κρατήρ ον φέρω, κρατήρ έστι σοφίας, τούτου το πόμα αληθείας λόγω κεκέρακα, ύδωρ ου προχέων αντιλογίας, άλλ’ ομολογίας ης πίνων ο νυν  Ισραήλ, Θεόν ορά φθεγγόμενον. Ίδετε, ίδετε, ότι αυτός εγώ ειμί, και ουκ ηλλοίωμαι, εγώ Θεός πρώτος, εγώ και μετά ταύτα, και πλήν εμού άλλος ουκ έστιν όλως. Εντεύθεν οι μετέχοντες πλησθήσονται, και αινέσουσι, της ευσεβείας το μέγα μυστήριον» (Οίκος Κυριακής Πατέρων).
Επειδή οι διάφορες ανθρώπινες ομάδες πολύ συχνά δεν είναι  Εκκλησία και επομένως δεν έχουν το πνεύμα του Θεού, δεν υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους, και η έλλειψη εμπιστοσύνης αναγκάζει τον άνθρωπο να κρυπτογρα­φεί τα μηνύματα που στέλνει στον συνάνθρωπό του, για να είναι έτσι καλυμμένος και να μπορεί να υπαναχωρεί όταν διαπιστώνει ότι ο άλλος απορρίπτει αυτά τα μηνύματα.
Τέτοια είναι η επικοινωνία ακόμη και μεταξύ συζύγων και μελών μιας οικογένειας. Είναι πασίγνωστη η λαϊκιστική συμ­βουλή «μη λες στον άνδρα σου ότι τον αγαπάς γιατί μπορεί να το εκμεταλλευθεί», και πραγματικά και στα υγιέστερα ζευγάρια ένα μεγάλο μέρος της συζυγικής επικοινωνίας γίνεται με τέτοιες προφυλάξεις και κρυπτογραφήσεις.
Παρόμοια συμβαίνουν και στις σχέσεις παιδιών και γονέων. Οι γονείς πολύ συχνά κάτω από το επιφανειακό μήνυμα «μην απομακρυνθείς από μας δεν θα τα καταφέρεις χωρίς εμάς», κρύβουν το πραγματικό μήνυμα «μην απομακρυνθείς από μας δεν θα τα καταφέρουμε εμείς χωρίς εσένα». Ενώ τα παιδιά κάτω από μια επιφανειακή επαναστατικότητα κρύβουν μια πραγματική επιθυμία να συνεχίσουν την βολική εξάρτηση από τους γονείς.
Είναι τραγική η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των νέων, που από τρομερή έλλειψη εμπιστοσύνης ακόμη και για τους συνομιλήκους τους καλύπτουν την έντονη ανάγκη που έχουν για την αποδοχή και την συμπαράσταση τους με την επίδειξη μιας αγέρωχης σκληρότητας.
Το γεγονός της Πεντηκοστής μεταξύ άλλων φανερώνει ότι ένα από τα πρώτα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος είναι η δυνατότητα της επικοινωνίας. Ο άνθρωπος, που έχει το πνεύμα του Θεού, μπορεί να μιλάει και να καταλαβαίνει τη γλώσσα του συνανθρώπου του ξεπερνώντας οποιοδήποτε σχετικό εμπόδιο.
Το περιστατικό του Πύργου της Βαβέλ είναι ως προς αυτό το σημείο το αντίθετο με την Πεντηκοστή στην θεία αποκάλυψη. Στο περιστατικό αυτό φαίνεται, πως ακριβώς ο άνθρωπος που ειδωλοποίησε τον εαυτό του και έτσι έχασε το πνεύμα του Θεού, έχασε ταυτόχρονα και την δυνατότητα να μιλάει και να καταλαβαίνει τη γλώσσα του συνανθρώπου του. «Γλώσσαι ποτέ συνεχύθησαν, δια την τόλμην της πυργοποιίας γλώσσαι δε νυν εσοφίσθησσν, δια την δόξαν της θεογνωσίας. Εκεί κατεδίκασε Θεός τους ασεβείς τω πταίσματι ενταύθα εφώτισε Χριστός τους αλιείς τω πνεύματι. Τότε κατειργάσθη η αφωνία, προς τιμωρίαν άρτι καινουργείται η συμφωνία, προς σωτηρίαν των ψυχών ημών». (Δοξαστικό Λιτής Εσπερινού Κυριακής Πεντηκοστής).
Η σύγχυση, που επικρατεί συχνά στην ανθρώπινη επικοινω­νία είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης αμαρτίας.  Ο Θεός δεν έκανε τους ανθρώπους «αλλόγλωσσους».  Αν ο άνθρωπος δεν είχε αμαρτήσει και δεν είχε στερηθεί της Χάριτος, τώρα «πάσα η γη χείλος ην, και φωνή μία πάσι».
Η δυσκολία στην ανθρώπινη επικοινωνία είναι αποτέλεσμα του ανθρωπίνου εγωκεντρισμού, που κάνει τον άνθρωπο να βλέπει όλους τους συνανθρώπους του, ακόμη κι αυτούς που είναι πολύ κοντά του σαν εχθρούς ή σαν ανταγωνιστές, που έχουν αυτό που θέλει να έχει εκείνος ή που μπορούν να του πάρουν αυτό που εκείνος έχει. Αυτό το κλίμα του κρυφού πολέμου κάνει αδύνατη την ανάπτυξη εμπιστοσύνης.
Αυτή η τραγική ανθρώπινη πραγματικότητα είναι η αιτία της πιο βασανιστικήςμοναξιάς, που τελικά είναι το πιο αφόρητο μαρτύριο του σύγχρονου ανθρώπου.
Το πνεύμα του Θεού αποκαθιστά την εμπιστοσύνη και την επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους, γιατί δεν είναι πνεύμα ανταγωνισμού αλλά πνεύμα προσφοράς. Ο άνθρωπος που έχει το πνεύμα του Θεού δεν σκέπτεται τι θα πάρει από τον άλλο, αλλά τι θα του δώσει. Δεν βλέπει τον συνάνθρωπό του σαν ανταγωνιστή αλλά σαν συναγωνιστή, δεν προσπαθεί να εξασφαλίσει για τον εαυτό του την καλλίτερη θέση αλλά να βοηθήσει τον συνάνθρωπό του να την πάρει.
Ένα τέτοιο κλίμα, είναι κλίμα απόλυτης εμπιστοσύνης που δεν έχει ανάγκη από επιφυλάξεις και από κρυπτογραφημένα μηνύματα. Αυτό ήταν το κλίμα της Πεντηκοστής και γι’ αυτό έδωσε την δυνατότητα σε όλους να μιλούν και να καταλαβαί­νουν όλων τις γλώσσες. «Η του Θείου Πνεύματος επιδημήσασα δύναμις, την μερισθείσαν πάλαι φωνήν, κακώς ομονοησάντων, εις μίαν αρμονίαν θείας συνήψε, γνώσιν συνετίζουσα πιστούς της Τριάδος». (Ωδή γ’ Κανόνος Πεντηκοστής).
Η δυνατότητα της επικοινωνίας είναι ένα χάρισμα του πνεύματος του Θεού που δεν μπορεί να την έχει όποιος δεν έχει αυτό το πνεύμα.

πηγή: Από το βιβλίο «ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ: Από την Ανάσταση στην Εκκλησία» έκδ.ΑΚΡΙΤΑΣ, http://e-theologia.blogspot.gr/2011/06/blog-post_10.html?spref=fb

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ:



Λίγες ώρες προ του επιγείου τέλους ο Κύριος
απευθύνεται στους μαθητές του. Μιλά, νουθετεί, εμψυχώνει, υπόσχεται και
προσεύχεται. Προσεύχεται και κουβεντιάζει με τον Πατέρα.
Αυτές ακριβώς τις στιγμές πόθος του είναι να
κατανοήσουν οι μαθητές του και μετέπειτα Απόστολοι, να καταλάβουν ότι ό,τι
είδαν και ό,τι θα δουν, ό,τι συνέβη και ό,τι θα συμβεί δεν είναι απλά και
τυχαία γεγονότα. Είναι η εκπλήρωση της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο.
Βέβαια οι μαθητές δεν μπόρεσαν να καταλάβουν.
Την ίδια μέρα θ’ αρχίσουν να διασκορπίζονται. Άλλος προδίδει, άλλος απαρνείται,
όλοι επιστρέφουν εις τα ίδια.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ  ΕΔΩ  

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Α΄ ΣΥΝΟΔΟΥ

Κυριακή των Αγίων Πατέρων.


Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Α ΣΥΝ

Α' ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το σημερινό Ευαγγέλιο μας παρουσιάζει την προσευχή, που Κύριος έκανε μετά από το Μυστικό Δείπνο στον κήπο της Γεθ-σημανή. Την ονομάζουμε αρχιερατική προσευχή του Κυρίου. Η Εκκλησία διαβάζει αυτή την ευαγγελική περικοπή, γιατί σήμερα γιορτάζει την ιερή μνήμη των Αγίων Πατέρων, που πήραν μέρος στην Α' Οικουμενική-Σύνοδο (325 μ.Χ.) Η Εκκλησία πανηγυρίζει σήμερα, γιατί επικράτησε η αλήθεια για τη Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

(Ιωάννη κεφ. ιζ' στίχοι 1-13).


Τῷ καιρῶ ἐκείνω ἐπάρας ὁ Ἰησοῦς τούς ὀφθαλμούς αὐτοῦ εἰς τόν οὔρανον εἶπεν· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τόν υἱόν, ἴνα καί ὁ υἱός σου δοξάση σέ, καθώς ἔδωκας αὐτῶ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἴνα πᾶν ὅ δέδωκας αὐτῶ δώση αὐτοῖς ζωήν αἰώνιον. Αὔτη δέ ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἴνα γινώσκωσι σέ τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὄν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν.
Ἐγώ σέ ἐδόξασα ἐπί τῆς γής, τό ἔργον ἐτελείωσα ὅ δέδωκας μοί ἴνα ποιήσω· καί νῦν δόξασον μέ σύ, πάτερ, παρά σεαυτῶ τή δόξη ἤ εἶχον πρό  τοῦ τόν κόσμον εἶναι παρά σοί.
Ἐφανέρωσά σου τό ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὖς δέδωκας μοί ἐκ τοῦ κόσμου. Σοί ἤσαν καί ἐμοί αὐτούς δέδωκας, καί τόν λόγον σου τετηρήκασι. Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκας μοί παρά σου ἐστίν· ὅτι τά ρήματα ἅ δέδωκας μοί δέδωκα αὐτοῖς, καί αὐτοί ἔλαβον, καί ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρά σου ἐξῆλθαν, καί ἐπίστευσαν ὅτι σύ μέ ἀπέστειλας. Ἐγώ περί αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περί τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλά περί ὧν δέδωκας μοί, ὅτι σοί εἰσί, καί τά ἐμᾶ πάντα σά ἐστι καί τά σά ἐμᾶ, καί δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. Καί οὐκέτι εἴμι ἐν τῷ κόσμω, καί οὗτοι ἐν τῷ κοσμῶ εἰσί, καί ἐγώ πρός σέ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον ἐν τῷ ὀνόματί σου ὤ δέδωκας μοί, ἴνα ὦσιν ἐν καθώς ἠμεῖς.
Ὄτε ἤμην μετ' αὐτῶν ἐν τῷ κόσμω, ἐγώ ἐτήρουν αὐτούς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὖς δέδωκας μοί ἐφύλαξα, καί οὐδείς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο, εἰ μή ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ἴνα ἡ γραφή πληρωθῆ. Νῦν δέ πρός σέ ἔρχομαι, καί ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμω ἴνα ἔχωσι τήν χαράν τήν ἔμην πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς».


Εκείνο τον καιρό σήκωσε ο Ιησούς τα μάτια του στον ουρανό και είπε· Πατέρα, ήλθε η ώρα. Δόξασε τον υιό σου και ο υιός σου θα σε δοξάσει. Γιατί του έδωσες εξουσία πάνω σ' όλους τους ανθρώπους για να δώσει σ' όλους αυτούς που του έδωσες ζωή αιώνιο. Και αυτή είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν εσένα, που είσαι ο μόνος αληθινός Θεός και τον Ιησού Χριστό, που απέστειλες στον κόσμο.

Εγώ σε δόξασα στη γη, τελείωσα το έργο που μου έδωσες να κάνω· και τώρα δόξασε με συ, Πατέρα, κοντά σου με εκείνη τη δόξα που είχα μαζί σου πριν από την κτίση του κόσμου.
Φανέρωσα το όνομα σου στους ανθρώπους που μου έδωσες από τον κόσμο· δικοί σου ήταν και τους έδωσες σε εμένα· αυτοί φύλαξαν το λόγο σου. Τώρα κατάλαβαν πως όλα όσα δόθηκαν σε μένα είναι από σένα· γιατί εγώ τα λόγια που μου έδωσες έδωσα σ' αυτούς, και αυτοί τα πήραν και κατάλαβαν στ' αλήθεια πως εγώ βγήκα από σένα, και πίστεψαν πως εσύ με απέστειλες. Εγώ γι' αυτούς παρακαλώ· δεν- παρακαλώ για τον κόσμο, αλλά γι' αυτούς που μου έδωσες, γιατί δικοί σου είναι. Και όλα τα δικά μου είναι δικά σου, και τα δικά σου δικά μου, και έχω δοξαστεί ανάμεσα τους. Και δεν είμαι πια στον κόσμο, αυτοί όμως βρίσκονται στον κόσμο και εγώ έρχομαι σ' εσένα. Πάτερ άγιε, αυτούς που μου έδωσες φύλαξε τους στο όνομα σου, για να είναι ένα, όπως εμεις.
Όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, τους φύλαγα στο όνομα σου· αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα και κανένας απ' αυτούς δε χάθηκε, παρά μόνο ο υιός τηο απώλειας, για να εκπληρωθεί η Γραφή. Και τώρα έρχομαι σ' εσένα και λέγω αυτά, ενώ ακόμα βρίσκομαι στον κόομο, για να είναι γεμάτοι από τη δική μου χαρά.

 ΑΝΑΛΥΣΗ
1. Η Εκκλησία, όπως είπαμε, έχει αφιερώσει τη σημερινή Κυριακή στους άγιους Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Με αυτοκρατορικό διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου συγκεντρώθηκαν 318 Πατέρες της Εκκλησίας μας για να καταδικάσουν τη φοβερή αίρεση του Αρείου. Δεν μπορούσε με πίστη και ταπείνωση να δεχτεί το μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Δηλαδή πως ο Θεός είναι στη φύση Του Ένας, αλλά Τριαδικός στα Πρόσωπα. Είναι ο Θεός Πατέρας, ο Θεός Υιός και ο Θεός Άγιο Πνεύμα. Έλεγε τάχα τις, πως δεν μπορεί να υπάρχουν πολλοί θεοί, γι' αυτό και δεχόταν με τη μικρή και σφαλερή ανθρώπινη σκέψη του, πως ο Χριστός είναι κτίσμα του Θεού.
2. Αυτή η διδασκαλία ήταν φοβερή απειλή για τα μέλη της Εκκλησίας και τη σωτηρία όλου του κόσμου. Ο Χριστός μας λυτρώνει και μας σώζει από την αμαρτία, γιατί είναι αδιάσπαστα ενωμένος με τον Ουράνιο Πατέρα του. Άλλωστε ο ίδιος μας βεβαιώνει στο Ευαγγέλιο: «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (=είμαστε ένα). Τέτοιοι σωσμένοι άνθρωποι υπήρχαν και υπάρχουν πάντα στην Εκκλησία μας. Οι άγιοι Απόστολοι, οι Πατέρες, οι άγιοι και οι μάρτυρες της Εκκλησίας μας είναι η τρανότερη απόδειξη της Θεότητας του Ιησού Χριστού.
3.   Η Α' Οικουμενική Σύνοδος με επικεφαλής τον άγιο Αθανάσιο καταδίκασε την αιρετική διδασκαλία του Αρείου ως εσφαλμένη, ψεύτικη και γεμάτη από πλάνη. Η Εκκλησία μας ζει καθημερινά το θαύμα της εν Χριστώ σωτηρίας και αγιότητας των ανθρώπων. Όλα τα θαύματα των Αγίων μας εμψυχώνονται από τη θεϊκή δύναμη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Η Εκκλησία μας ονομάζει τον Κύριο: «Χριστός ο αληθινός Θεός ημών», «ό Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, αθάνατος υπάρχων... είς ων (=ένας υπάρχει) της Αγίας Τριάδος συνδοξαζόμενος τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι». «Πατέρα Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».
4.   Στην αρχιερατική του προσευχή ο Κύριος προσεύχεται στον επουράνιο Πατέρα του: α) για τους μαθητές του, β) για εκείνους τους ανθρώπους, που θα πιστέψουν στο όνομα του και θα είναι όλοι ενωμένοι στην Αγία Εκκλησία, γ) ζητεί να βρεθούν όλοι οι άνθρωποι κοντά του, στον Παράδεισο, ώστε να απολαμβάνουν τη δόξα που είχε ο Χριστός με τον Πατέρα του· πριν ακόμα κτιστεί ο κόσμος. Αυτό μας φανερώνει πολύ καθαρά την αλήθεια της Θεότητας του Ιησού Χριστού.
Δ' ΔΙΔΑΓΜΑ:

«Ομολογούμεν τον Κύριον ημών Ιησούν ριστόν, Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον» (Απόφαση της Γ Οικουμενικής Συνόδου, στην Έφεσο το 431 μ.Χ.).
Ε' ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛ. ΡΗΤΟΡΩΝ
«Τι θα πει να είμαστε μέσα στην Εκκλησία; θα πει να μην αφήνουμε τη θρησκεία μας και την πίστη μας. Θα πει να έχουμε ανάμεσα μας αγάπη, εκείνη την αγάπη, που μας διδάσκει ο Χριστός. Θα πει να μην λείπουμε από τη θεία Λειτουργία, να εξομολογούμαστε και να κοινωνούμε. Η Εκκλησία είναι ο Χριστός και όποιος είναι μέσα στην Εκκλησία είναι με το Χριστό».
(Μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, Λόγος Παρακλήσεως, Κοζάνη 1967).